Για την αθώωση του πραξικοπήματος
Χρίστος Αχνιώτης Έχει γίνει αρκετή δουλειά στην πολιτική ζωή της Κύπρου για να φτάσουν κάποιοι στο σημείο να μπορούν να στήνουν μνημείο για τους λοκατζήδες που πέθαναν στο πραξικόπημα ενώ προσπαθούσαν να ανατρέψουν το πολίτευμα και να φέρουν ένα καθεστώς παρόμοιο με αυτό της Χούντας. Μάλιστα, το μνημείο στήθηκε την ημέρα της Δημοκρατικής Αντίστασης της 7ης Δεκεμβρίου. Στο τότε λεξιλόγιο των Γριβικών, η Χούντα αποκαλούνταν δημοκρατία και μάλιστα πιο εμπεδωμένη από την κυπριακή. Η «δημοκρατική» μητέρα Ελλάδα αποτελούσε μέρος του λεξιλογίου των εθνικοφρόνων συνομηλίκων μας όταν ήμασταν παιδιά, και στο εσωτερικό της Κύπρου βρισκόταν στα σκαριά ένα είδος «επανάστασης», όπως διάφοροι ακροδεξιοί αποκαλούσαν την ανατροπή της τότε κυβέρνησης. Η διαδικασία ανατροπής της κυβέρνησης το 1974 ως εθνικά ανεπαρκούς για τους τότε σχεδιασμούς είχε ξεκινήσει πιο πριν από την ΕΟΚΑ Β και θεωρούνταν ένα είδος αποκατάστασης της «δημοκρατίας» – στην ουσία επρόκειτο για τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας από άτομα που ήθελαν να επωφεληθούν προσωπικά από μια καινούργια κατάσταση. Στα ψηλά δώματα της οργάνωσης, βέβαια, υπήρχε ο στόχος της διχοτόμησης/ δύο κρατών, μαγειρεμένος από ξένα κέντρα αποφάσεων σε συνδυασμό με τις εσωτερικές συμμαχίες τους, έμμισθες και μη έμμισθες. Τελευταία, η ανάγκη της Δεξιάς να αποτελεί κυρίαρχη δύναμη την βοήθησε να τοποθετήσει σε δεύτερη μοίρα τις προηγούμενες διαφορές μεταξύ γριβικών και μακαριακών δυνάμεων, με τους πρώτους να κρατούν το τιμόνι της εξουσίας και τους δεύτερους να ακολουθούν μετά που έχασαν την πρωτοκαθεδρία. ΔΗΣΥ και ΕΛΑΜ μαζί μπορούν να βγάλουν κυβέρνηση, ενώ τα κόμματα του Ακραίου Κέντρου μόνο ακόλουθοι μπορεί να είναι. Χάνουν συνεχώς δύναμη, σε σημείο που σέρνονται πίσω από την Άκρα Δεξιά με την οποία συμπορεύονται σε ένα μεγάλο φάσμα πολιτικών. Η επιστροφή της ΕΟΚΑ Β σε θέσεις εξουσίας, μαζί με την ενδυνάμωση του εθνικισμού στο σύνολο της Δεξιάς μαζί με τον δισταγμό προς ομοσπονδιακή λύση από τμήματα της Αριστεράς, αποτελούν πισωγύρισμα κι έχουν ενισχύσει την αυτοπεποίθηση των εθνικιστικών δυνάμεων. Επιδιώκουν, εδώ και καιρό, να αθωώσουν το πραξικόπημα με μικρές και μεγάλες κινήσεις, ξεκινώντας από ενιαία αμυντικά δόγματα, εξοπλισμούς, εθνικιστική και ρατσιστική ρητορική, συνεργασία με εχθρούς των εχθρών, κρυφά και φανερά αναλυτικά προγράμματα με εθνικιστικό περιεχόμενο στα σχολεία και ό,τι άλλο απομακρύνει τις δύο μεγαλύτερες κυπριακές κοινότητες μεταξύ τους. Το ίδιο κάνουν και οι όμοιοί τους απέναντι. Η ενίσχυση του εθνικισμού δεν έχει πάτο και μπορεί να οδηγήσει σε πολύ χειρότερες καταστάσεις από τις οποίες θα είναι δύσκολο να διατηρηθεί η ικανότητα της κοινωνίας να συνυπάρχει με το σύνοικο στοιχείο – αν θέλει βέβαια να απομακρυνθεί από την εθνική υστερία και να ευημερήσει με τους απέναντι. Η ανέγερση του μνημείου πεσόντων καταδρομέων, δηλαδή πραξικοπηματιών, συμβολίζει την αισχρή ρεβάνς του εθνικισμού που επιβάλλεται με διάφορους τρόπους, όχι πλέον συγκαλυμμένους. Αποτελεί όμως κι ένα άνοιγμα στην ιδεολογία του φασισμού που έκανε το πραξικόπημα και τώρα βγαίνει από πάνω. Είναι ξεκάθαρο ότι οι κοινωνίες την παθαίνουν για δεύτερη και τρίτη φορά – τη μια πριν από το 1974 κατά τη δεκαετία του 1960 με τις διακοινοτικές συγκρούσεις, την άλλη κατά τη διάρκεια του 1974, και τέλος, τις τελευταίες δεκαετίες που για ακόμα μια φορά έχουμε επιτρέψει στους εθνικιστές να επαναφέρουν το αφήγημα και τις πρακτικές τους για παρεμπόδιση λύσης του Κυπριακού.
Για την αθώωση του πραξικοπήματος Read More »
