afoa.cy

Κυπριακό

«Για την Κύπρο έντζιε λαλείτε τίποτε όμως…»

✍🏾 Μάριος Φιλίππου Όσο η γενοκτονική πολιτική του Ισραήλ συνεχίζει να εκτυλίσσεται στη Γάζα, τόσο περισσότερο φουντώνουν οι αντιδράσεις των πολιτών σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, με εκδηλώσεις και λοιπές δράσεις διαμαρτυρίας να διοργανώνονται με σκοπό να τερματιστεί η συνενοχή του δυτικού κόσμου στην εθνοκάθαρση των Παλαιστινίων. Sea of people march across Sydney Harbour Bridge calling for an end to killing in Gaza (https://www.theguardian.com/australia-news/2025/aug/03/julian-assange-joins-pro-palestine-march-across-sydney-harbour-bridge-before-police-stop-rally-amid-safety-concerns-ntwnfb )Η εν λόγω τάση διαμαρτυρίας δεν άργησε να εκδηλωθεί και στην Κύπρο, όπου παρατηρείται μια όλο και αυξανόμενη έκφραση δυσαρέσκειας για όσα εκτυλίσσονται στην περιοχή, αλλά και για τη στάση της κυβέρνησης Χριστοδουλίδη στο όλο ζήτημα. Ταυτόχρονα, παρατηρείται και η επίσης εντεινόμενη ανάγκη από μια ομάδα ανθρώπων να υπονομεύσουν αυτή την προσπάθεια. Καθώς τα γεγονότα όμως δεν μπορούν να διαψευσθούν και οι πάνω από 60,000 θάνατοι Παλαιστινίων (Shurafa & Magdy, 2025) μαρτυρούν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την πολιτική εξόντωσης που επιδιώκει η ισραηλινή κυβέρνηση, τα επιχειρήματα όσων προσπαθούν να σωπάσουν τις φωνές των διαμαρτυρομένων δεν αφορούν πλέον το αν ο αγώνας των Παλαιστινίων είναι δίκαιος αλλά αλλάζουν κατεύθυνση. Στο συγκεκριμένο άρθρο θέλω να επικεντρωθώ σε ένα από τα πιο δημοφιλή επιχειρήματα κατά του αγώνα για την Παλαιστίνη τον τελευταίο καιρό. Συγκεκριμένα, αναφέρομαι σε όσους, όποτε και όπου εγείρεται το ζήτημα της Παλαιστίνης, αναφέρουν ότι «Ούλλοι τούτοι που διαμαρτύρουνται για τη Γάζα, για την Κύπρο εν λαλουν τίποτε…», ή κάποια παραλλαγή της παραπάνω φράσης. Θέλοντας με λίγα λόγια να πουν ότι όσοι διαμαρτύρονται για τη γενοκτονία στη Γάζα μισούν κάθε τι ελληνικό, είναι απάτριδες, νοιάζονται μόνο για τους άλλους λαούς αλλά ποτέ για τον δικό τους και άλλα τέτοια. Στις παρακάτω γραμμές επιθυμώ να αποδομήσω το εν λόγω αφήγημα τονίζοντας τόσο τις διαφορές μεταξύ των δύο προβλημάτων, όσο και την ανάγκη της εποχής που προστάζει το να είμαστε πιο έντονοι για όσα γίνονται στη Γάζα σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη διένεξη. Το προαναφερθέν αφήγημα έφτασε στην κορύφωση του έπειτα από την οργάνωση διαμαρτυρίας για την επίσκεψη του Χριστοδουλίδη στο Ισραήλ από 12 οργανωμένα σύνολα έξω από το προεδρικό, αφού λίγες μέρες αργότερα ήταν προγραμματισμένη η επίσκεψη Ερντογάν στα κατεχόμενα. Συνεπώς, η αντίδραση αφορούσε δήθεν την απόφαση εκδήλωσης διαμαρτυρίας για την επίσκεψη του ενός στο Ισραήλ αλλά όχι και για την αντίστοιχη επίσκεψη του Τούρκου προέδρου στην Κύπρο. Καταρχάς πρέπει να τονίσουμε ότι όσοι έτρεξαν να σχολιάσουν το συγκεκριμένο γεγονός παρέλειψαν να αναφέρουν πως διοργανώθηκε κοινή διαμαρτυρία Ε/κ και Τ/κ στον Άγιο Δομέτιο κατά της παράνομης επίσκεψης του Ερντογάν, ενώ υπήρξαν και έντονες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας από επανενωτικούς Τ/κ, στις οποίες υπήρξαν μάλιστα και συλλήψεις. Αντιθέτως, αυτοί που έλαμψαν δια της απουσίας τους απο τις εκδηλώσεις καταδίκης της επίσκεψης του Τούρκου προέδρου ήταν οι ίδιοι που διαμαρτύρονταν τάχα για το ότι η διαμαρτυρία για την Παλαιστίνη θα επισκίαζε την παράνομη επίσκεψη Ερντογάν, αφού κανένα κόμμα ή οργάνωση που ανήκει στον χώρο της εθνικιστικής Δεξιάς δεν διοργάνωσε εκδήλωση καταδίκης, ούτε έδωσε το παρόν της στον Άγιο Δομέτιο, ίσως διότι στην εκδήλωση έλαβαν μέρος και Τ/κ συμπολίτες μας. Πέρα από τα προαναφερθέντα, είναι γνωστό πως ο κόσμος που συνήθως τάσσεται υπέρ του δικαιώματος των Παλαιστινίων στην ύπαρξη και την ελευθερία, ο ευρύτερος δηλαδή ιδεολογικός χώρος της Αριστεράς, έχει ξεκάθαρη και ένθερμη στάση υπέρ της επανένωσης της Κύπρου, για την οποία διοργανώνονται πάμπολλες δράσεις κάθε χρόνο από το 1974 και έπειτα. Ο λόγος που είμαστε πιο έντονοι από καθετί άλλο για το θέμα της Γάζας από την 7η Οκτωβρίου 2023 και έπειτα, είναι οι αντικειμενικές διαφορές ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις. Συγκεκριμένα, στην Κύπρο έχουμε να κάνουμε με ένα παγωμένο ζήτημα, με αποτέλεσμα η ζωή να κυλάει φυσιολογικά, καμία ουσιαστική διαφορά δεν υπάρχει, τουλάχιστον άμεσα, στην καθημερινότητα κάποιου που ζει στην Λεμεσό με αυτή κάποιου που ζει στο Βερολίνο, παρόλο που ο ένας εκ των δύο ζει σε μια χώρα υπό κατοχή. Αυτό συμβαίνει επειδή η Κύπρος, σε αντίθεση με την Παλαιστίνη, έχει κρατική υπόσταση, και οι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας έχουν πλήρη δικαιώματα, ως πολίτες ενός ανεξάρτητου κράτους, μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντιθέτως, οι Παλαιστίνιοι ζουν είτε υπό καθεστώς «Απαρντχάιτ» στη Δυτική Όχθη και το ισραηλινό κράτος, δηλαδή ώς πολίτες 2ης κατηγορίας με λιγότερα δικαιώματα από τους Εβραίους της περιοχής, είτε αντιμετωπίζουν μια εν εξελίξη ανθρωπιστική κρίση «τρομακτικών διαστάσεων», όπως χαρακτηρίζουν τα Ηνωμένα Έθνη όσα γίνονται στη Γάζα, με πάνω από 2 εκατομμύρια Παλαιστίνιους να αντιμετωπίζουν ελλείψεις σε τρόφιμα, νερό, φάρμακα και στέγαση, ως άμεσο επακόλουθο της αποικιακής πολιτικής του ισραηλινού κράτους. Συγκεκριμένα, το Υπουργείο Υγείας της Γάζας επιβεβαιώνει περισσότερους από 59.000 νεκρούς και πάνω από 143.000 τραυματίες, εκ των οποίων εκατοντάδες έχουν σκοτωθεί προσπαθώντας να εξασφαλίσουν βοήθεια, ενώ το 70% περίπου των κατοικιών έχει καταστραφεί ή υποστεί σοβαρές ζημιές, με τις υποδομές ύδρευσης, υγείας, ηλεκτρισμού και μεταφορών να έχουν καταρρεύσει (OCHA, 2025). Χρειάζεται λοιπόν περίσσια δόση θράσους και αυταπάτης για να υποστηρίξει κάποιος πως τα γεγονότα στην Παλαιστίνη και στην Κύπρο σήμερα είναι συγκρίσιμα. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι γιατί κάποιοι είναι πιο έντονοι για την Παλαιστίνη. Οι διαφορές ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις είναι ολοφάνερες• μόνο και μόνο το ότι στη Γάζα αυτή τη στιγμή σκοτώνονται παιδιά ενώ στη Λευκωσία όχι, θα έπρεπε να ήταν αρκετό ως εξήγηση. Το ερώτημα είναι γιατί δεν είναι όλοι τόσο έντονοι. Στην τελική, οι λεγόμενοι εθνικιστές, υποστηρίζουν πως είναι υπέρ της αυτοδιάθεσης των λαών και της δημιουργίας εθνών-κρατών, θα έπρεπε λοιπόν να είναι οι πρώτοι που θα τάσσονταν υπέρ ενός λαού που διεκδικεί την αυτοδιάθεσή του μέσω της δημιουργίας ανεξάρτητου κράτους, ειδικά τη στιγμή που η Κύπρος κάποτε υπήρξε υπό αποικιοκρατία, ενώ σήμερα ζητεί να της αποδοθούν παρανόμως κτηθέντα κατεχόμενα εδάφη. Η απάντηση φυσικά είναι γνωστή. Οι εθνικιστές δεν νοιάζονται για την ελευθερία των λαών, πέρα απο όσους οι ίδιοι κρίνουν πως ανήκουν ταυτοτικά στην ίδια ομάδα μαζί τους, και η λεγόμενη ελευθερία των οποίων έρχεται σε άμεση αντιδιαστολή και σύγκρουση με όσους κρίνουν οι ίδιοι «ξένους». Αυτό συμβαίνει λόγω της αδυναμίας τους να εξηγήσουν κοινωνικά και γεωπολιτικά φαινόμενα με βάση συστημικούς παράγοντες. Κατ’ επέκταση, χρειάζονται αναγκαστικά «αποδιοπομπαίους τράγους» στη μορφή εθνοτικών, έμφυλων και άλλων ταυτοτικών ομάδων. Κάποτε ο ρόλος αυτός βάραινε τους Εβραίους της οικουμένης και οδήγησε στο Ολοκαύτωμα, σήμερα

«Για την Κύπρο έντζιε λαλείτε τίποτε όμως…» Read More »

Τα παράδοξα του «δεν ξεχνώ»

✍🏾 Γιώργος Χαραλάμπους Ένα από τα παραδοξότερα της εικοστής Ιουλίου είναι οι δύο λέξεις που τη συνοδεύουν σαν σύνθημα: Δεν Ξεχνώ. Μέσα στις δύο αυτές λέξεις, που ακολουθούνται από αναφορές στη Τουρκική εισβολή και κατοχή, κρύβονται όλα όσα οι κάθε λογής εθνικιστές ήθελαν και θέλουν να ξεχαστούν κάτω από το πέπλο της ιστορικής λήθης και της εδραιωμένης προπαγάνδας. Να ξεχαστεί το διαίρει και βασίλευε των Άγγλων  αποικιοκρατών. Να ξεχαστεί η διακοινοτική διένεξη του 63-64. Να ξεχαστεί ο εξτρεμισμός της ηγεσίας της ΕΟΚΑ και οι δολοφονίες τ/κ και κομμουνιστών. Να ξεχαστεί ο αντι-κομμουνισμός, εκτός και εντός Κύπρου. Να ξεχαστεί η χούντα της Ελλάδας και οι μηχανουργίες των ηγετών της. Να ξεχαστεί η δικοινοτική βάση του συντάγματος και οι τ/κ πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Να ξεχαστούν οι ένοπλοι φασίστες που καταλύσαν τη δημοκρατία, πέντε μέρες προηγούμενως. Να ξεχαστεί εκείνο το τμημα του κεφαλαίου που κερδοφορεί πολλαπλάσια σε συνθήκες ντε φάκτο διχοτόμησης. Να ξεχαστεί η εκκλησία σαν μέγιστο τροχοπέδη στην ειρηνική συνύπαρξη ε/κ και τ/κ. Να ξεχαστούν τα κοινωνικα και οικονομικά οφέλη της επανένωσης. Να ξεχαστεί ο Κυπριακός πολιτισμός σαν αυτόνομο και δικοινοτικό στοιχείο. Να ξεχαστούν οι αγωνιστές της αντίστασης για να γιορτάζονται οι υπαίτιοι της καταστροφής. Nα ξεχαστεί η εμφανής στους πάντες εκτός εμάς αδιαλλαξία των ελληνοκύπριων ηγετών, από τον Κυπριανού και τους δείκτες ντε Κουεγιάρ, στα δάκρυα του Τάσου πριν το δημοψήφισμα και μετά τον Αναστασιάδη να συζητά για δύο κράτη. Το Δεν Ξεχνώ καθίσταται ως η υπεραπλουστευμένη συλλογική ταυτότητα που ηγεμονεύει την ελληνοκυπριακη κοινότητα, εκείνη η κοινωνική δύναμη που κατευθύνει τη μνήμη επιλεκτικά και με εγκληματικές συνέπειες, εκείνη που δεν ξέχνα λησμονώντας.

Τα παράδοξα του «δεν ξεχνώ» Read More »

Από τα θρανία της Αγγλικής Σχολής στις μάχες των Κοκκίνων – Η ιστορία του Erol Yücesoy

Του Αντώνη Αντωνίου* Ο Erol Yücesoy γεννήθηκε το 1941 στη Νήσου, όπου υπηρετούσε εκείνη την εποχή ο κτηνίατρος/χειρουργός πατέρας του.  Το 1953 πήγε για ένα χρόνο σε τουρκικό σχολείο, όμως τον έπεισε ο αδελφός του να πάει στην Αγγλική Σχολή (ΑΣ), αφού την θεωρούσε το καλύτερο σχολείο. Ήταν επίσης το πιο φθηνό σχολείο Μέσης Εκπαίδευσης με δίδακτρα μόνο £9 τον χρόνο.  Πράγματι ο Erol βρήκε στην ΑΣ ένα πολύ καλό περιβάλλον. Εξαιρετικοί καθηγητές που είχαν στενές σχέσεις με τους μαθητές και πολύ καλό ακαδημαϊκό επίπεδο. Ο Erol ενθουσιαζόταν και με τις εξωσχολικές δραστηριότητες, στις οποίες ήταν πολύ δραστήριος: Έπαιζε καλαθόσφαιρα και πετόσφαιρα, ήταν αθλητής στίβου και, πάνω απ’ όλα, ήταν αρχηγός της ομάδας ποδοσφαίρου. Με ενθάρρυνση από τους καθηγητές του έγραφε στο περιοδικό της Σχολής, τόσο στα Αγγλικά όσο και στα Τουρκικά.  Στην ΑΣ ο Erol βρήκε μια καλά δεμένη κοινότητα και ένα ασφαλές περιβάλλον, παρόλο που το 1954-60, όταν ήταν μαθητής, ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος. Η καταπληκτική πλειοψηφία των Ε/κ μαθητών ήταν φιλικοί: «Μόνο ένα 10% δεν ήταν τόσο φιλικοί – απλά μας απέφευγαν».  Τα ταραγμένα χρόνια Εκείνη την εποχή η ΑΣ βρισκόταν κάτω από τον αυστηρό έλεγχο του Διευθυντή Griffin, για τον οποίο ο Erol λέει: «Ήταν αυταρχικός και αδίστακτος. Όταν ήρθε στη Σχολή είχε ήδη αρχίσει τη δράση της η ΕΟΚΑ. Οι απόψεις του ήταν ταυτόσημες με του κυβερνήτη Harding».  Όμως οι μαθητές, όπως και ο Erol, ένιωθαν ότι στη Σχολή υπήρχε εμπιστοσύνη. Έτσι, όταν διαπίστωσε τη Δευτέρα 5 Μαρτίου 1956 ότι την προηγούμενη Παρασκευή τοποθετήθηκε βόμβα στην τάξη του ένιωσε βαθιά απογοήτευση – ούτε θυμό ούτε μίσος. «Είναι μετά από χρόνια που συνειδητοποίησα πόσο αδίστακτη πράξη ήταν», λέει ο Erol. Τότε ένιωσε απογοήτευση, διότι για το υπόλοιπο της χρονιάς υποχρεώθηκαν να κάνουν μάθημα στην κρύα Αίθουσα Εκδηλώσεων. Ίδια ήταν τα συναισθήματά του όταν η ΕΟΚΑ προσπάθησε να κάψει την Αίθουσα Εκδηλώσεων, όταν κυκλοφορούσαν φυλλάδια ή όταν αναγράφονταν συνθήματα στους πίνακες των τάξεων.  Δηλώνει ότι ως Τουρκοκύπριος είχε επίγνωση του Τουρκισμού του, όπως τον αποκαλεί. Οι συνθήκες όμως που επικρατούσαν στη Σχολή δεν ενθάρρυναν την ανάπτυξη του εθνικισμού. Έτσι, δεν ήταν ο Τουρκισμός το κυρίαρχο στοιχείο της ταυτότητας του Erol αλλά η ιδιότητά του ως μαθητής της ΑΣ: «Δεν είχαμε αναπτυγμένα εθνικιστικά αισθήματα. Ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό μας για αντίποινα. Εκτιμούσαμε πολύ τους Ε/κ συμμαθητές μας. Η φιλία μας ήταν πολύ δυνατή και δεν νιώθαμε τότε ότι κινδυνεύαμε». Δείχνει με μεγάλη χαρά φωτογραφίες με συμπαίκτες του στις ποδοσφαιρικές ομάδες (όπου ήταν αρχηγός). Ιδιαίτερα όμως στέκεται στην εκδρομή με ποδήλατα από τη Λευκωσία στην Κερύνεια με Ε/κ και Μαρωνίτες φίλους του, τον Πεππή, τον Πανίκκο και τον Αντρέα. Στα Κόκκινα Με την αποφοίτησή του το 1960, ο Erol βρήκε εύκολα δουλειά σε τράπεζα, την Türk Bankası, όμως το 1962 φεύγει για την Άγκυρα, όπου γράφεται στο Πανεπιστήμιο. Τα γεγονότα του 1963-64 τον βρίσκουν δευτεροετή φοιτητή. Οι δολοφονίες, οι θάνατοι και η βία της περιόδου εκείνης επηρεάζουν τον τρόπο σκέψης του. Ο ίδιος πιστεύει ότι «όταν είσαι μειοψηφία, βλέπεις την πλειοψηφία οπλισμένη, πολύ πιο δυνατή, νιώθεις φόβο. Υπάρχει αβεβαιότητα και βρίσκεσαι σ’ ένα αδιέξοδο. Αυτές οι συνθήκες μου ξύπνησαν εθνικιστικά αισθήματα και ένιωθα την ανάγκη να αντιδράσω». Είναι τούτη την εποχή που αρχίζουν να αναπτύσσονται τα εθνικιστικά αισθήματα στον Erol. Αυτά τα αισθήματα εθνικισμού και πίκρας δυνάμωσαν όταν βρέθηκε στα Κόκκινα. Από την άλλη, υπάρχουν Τ/κ που διατυπώνουν την άποψη ότι η εμπειρία των Κοκκίνων έσπρωξε αρκετούς από τους Τ/κ εθελοντές προς τα αριστερά, καθώς εκτίμησαν πως τα γεγονότα του 1964 υποδαυλίστηκαν από τον ιμπεριαλισμό, ο οποίος επηρέασε τις κυρίαρχες ομάδες και στις δύο κοινότητες. Είναι ενδιαφέρουσες οι τοποθετήσεις ανθρώπων όπως ο Hüseyin Angolemli, Özker Özgür, Naci Talat και Alpay Durduran. Την άνοιξη του 1964, ο Erol κατατάσσεται εθελοντικά μαζί με πεντακόσιους άλλους φοιτητές σε σώμα για να έρθει στα Κόκκινα. Περνά από εντατική εκπαίδευση για ενάμιση μήνα σ’ ένα χωριό 50 χιλιόμετρα έξω από την Άγκυρα: «Ήμασταν όλοι εθελοντές», λέει. «Κανένας δεν μας υποχρέωσε. Κάποιοι Τ/κ φοιτητές αρνήθηκαν να καταταχθούν. Πιθανόν να φοβήθηκαν. Φύγαμε από τη Μερσίνα και δεν μας συνόδεψαν Τούρκοι αξιωματικοί. Όλοι μεταφέραμε οπλισμό». Ο Erol αναφέρει: «Χρησιμοποιήσαμε διαφόρων ειδών βάρκες. Κάποιες ήταν παλιές και έμπαζαν νερά. Εγώ μαζί με είκοσι άλλους ήμασταν πάνω σε πολεμικό πλοίο. Ήμασταν χωρισμένοι σε πέντε ομάδες mücahit, κάθε ομάδα με τον υπεύθυνό της. Μας σκόρπισαν κατά μήκος της πρώτης γραμμής αντιπαράθεσης. Εγώ τοποθετήθηκα στα δυτικά, προς τη μεριά του Παχύαμμου». Ψάχνοντας στα αρχεία των ε/κ εφημερίδων δεν φαίνεται να καταγράφεται αυτή η είσοδος Τ/κ φοιτητών την άνοιξη του 1964. Υπάρχουν μόνο αναφορές το καλοκαίρι του 1964 για ύπαρξη Τούρκων στα Κόκκινα, τους οποίους αποκαλούν «γιουρούκηδες». Όταν έφτασαν στα Κόκκινα η πλειοψηφία των κατοίκων δεν μιλούσε Τουρκικά και, κατά την παραμονή τους εκεί, άρχισαν να διδάσκουν τους κατοίκους την τουρκική γλώσσα.  Ο Erol παρέμεινε στα Κόκκινα σχεδόν δύο χρόνια. Αυτό που ξεχώρισε σ’ αυτή την εμπειρία του ήταν η έλλειψη φαγητού. Έτρωγαν φασόλια, λουβιά, πατάτες και λίγο ψωμί, και συχνά παραπονιούνταν στον Διοικητή.  Λέει χαρακτηριστικά: «Συχνά, όταν μαγείρευαν οι Ε/κ από την άλλη πλευρά και οι μυρωδιές έρχονταν προς το μέρος μας, αυτό ήταν μαρτύριο. Η απόστασή μας ήταν μικρή, γύρω στα 150 μέτρα. Γνώριζαν οι Ε/κ για την έλλειψη φαγητού. Μια φορά κάποιος Ε/κ στρατιώτης στάθηκε απέναντί μας και κρατούσε επιδεικτικά ένα ολόκληρο κοτόπουλο και μας φώναζε: ‘‘Ρε, θέλεις πουλί να φάεις;’’. Νερό είχαμε, αλλά όχι ζεστό νερό για μπάνιο. Μόνο το καλοκαίρι κάναμε μπάνιο, στη θάλασσα».  Στα Κόκκινα ο Erol έκανε και τον μεταφραστή στον Διοικητή και ήταν ο σύνδεσμος με τους στρατιώτες του ΟΗΕ. Μετά από παραμονή 15 περίπου μηνών, μια μέρα τον φώναξε ο Διοικητής του και του είπε να φύγει από τη δυτική πλευρά και να πάει στην ανατολική, διότι θα έρχονταν Φινλανδοί ειρηνευτές με πέντε φορτηγά με τρόφιμα που τα έστελνε ο Μακάριος. Έπρεπε να τους δώσει οδηγίες να τα αφήσουν κοντά στη γραμμή αντιπαράθεσης.  Όμως οι υπεύθυνοι των ομάδων διαφωνούσαν και ήθελαν να απορρίψουν την προσφορά του Μακαρίου. Αμέσως ο στρατιώτης του ΟΗΕ τούς ξεκαθάρισε ότι δεν τον ενδιαφέρει, ούτε τι είπαν οι υπεύθυνοι των ομάδων, ούτε τι σκέφτονταν. Αυτός,

Από τα θρανία της Αγγλικής Σχολής στις μάχες των Κοκκίνων – Η ιστορία του Erol Yücesoy Read More »

5 Θέσεις για τη Διαδικασία Επανένωσης της Χώρας ή Για το Δικαίωμα στη ζωή στην Κύπρο Χωρίς Κυπριακό Πρόβλημα (Φυλλάδιο)

Ιστορικό σημείωμα Αυτό το φυλλάδιο δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβρη του 2010, από τις Φάλιες στην Λευκωσία. Περιεχόμενο 5 Θέσεις για τη Διαδικασία Επανένωσης της Χώρας ή Για το Δικαίωμα στη ζωή στην Κύπρο Χωρίς Κυπριακό Πρόβλημα 1. Το κυπριακό πρόβλημα είναι μεν αστικό ζήτημα, με επιπτώσεις όμως πάνω σε ολόκληρη την κυπριακή κοινωνία. Επομένως αφορά και τον ελευθεριακό/ριζοσπαστικό χώρο. Είναι ιστορικό προϊόν της σύγκρουσης των δυο εθνικισμών στο νησί όπως αυτοί συγκροτήθηκαν στην αποικιακή περίοδο, καθώς και των ιμπεριαλιστικών παρεμβάσεων που την υπέθαλψαν και την σχηματοποίησαν. Η ΕΟΚΑ και η ΤΜΤ, και η μετεξέλιξη τους, αποτέλεσαν σε τελική ανάλυση τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος – του εθνοτικού διαχωρισμού και της διαλεκτικής της μισαλλοδοξίας. Το διχοτομικό στάτους κβο που επιβλήθηκε οριστικά μέσα και από τις στρατιωτικές επεμβάσεις του ελληνικού και του τουρκικού κράτους την περίοδο 1963 – 1974 συνιστά πάνω απ’ όλα εμπέδωση του παραλόγου της εθνοτικής σύγκρουσης στο νησί μας και του εγκλωβισμού της κυπριακής ιστορίας στη λογική του εθνοτικού ανταγωνισμού. Ταυτόχρονα, λειτουργεί ως τρόπος καθυπόταξης της κοινωνίας μας στα εξουσιαστικά, εθνικιστικά προτάγματα και από τις δυο πλευρές της πράσινης γραμμής και αποτελεί εστία μόνιμου κινδύνου ευρύτερης πολεμικής σύρραξης. Θεωρούμε ότι η επίλυση του Κυπριακού και η επανένωση της χώρας συνιστά αδήριτη αναγκαιότητα και άμεση προτεραιότητα. 2. Ως ελευθεριακός /ριζοσπαστικός χώρος τασσόμαστε εναντίον της έννοιας του κράτους, του συνόρου, της οριοθέτησης και της τεχνητής κατακερμάτωσης του γεωγραφικού και κοινωνικού χώρου από επιβαλλόμενες δομές. Από την άποψη του μορφώματος του κράτους, η μορφή της λύσης μας ενδιαφέρει στο βαθμό που το μόρφωμα αυτό θα ευνοεί περισσότερο τις κινηματικές διεργασίες και κινητοποιήσεις ανάμεσα στις κοινότητες. Υπό αυτή την έννοια η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία θα επιτρέψει την επανένωση του γεωγραφικού και κοινωνικού χώρου. Αυτοί/ες που αντιτίθενται στην επανένωση της χώρας αμφισβητούν την καταλληλότητα, λειτουργικότητα και ακόμα και τη δικαιότητα της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, όπως αυτή συμφωνήθηκε το 1977-1979 και επαναβεβαιώθηκε το 2006-2008. Η συνήθης απάντηση της επανενωτικής επιχειρηματολογίας, είτε του αριστερού/σοσιαλιστικού χώρου είτε των φιλελευθέρων, είναι ότι η ομοσπονδία είναι αναγκαίο κακό, το τίμημα για την ειρήνη ή η μόνη ρεαλιστική στάση υπό τις περιστάσεις. Ο αντιεξουσιαστικός χώρος όμως ήδη από το 1993 προέβαλε τη θέση ότι “η ομοσπονδία δεν είναι και δεν πρέπει να είναι λύση ανάγκης αλλά η ιδεώδης λύση” (Τραίνο, Βαγόνι 10ο, “Γιατί ακόμα και αν δεν υπήρχε ομοσπονδία θα έπρεπε να την εφεύρουμε”)(1) . Αυτή παραμένει η στάση μας και σήμερα. Η δικοινοτικότητα – διζωνικότητα αντανακλά την ιστορική εξέλιξη της σύγκρουσης των εθνοταυτοποιημένων από τους εθνικισμούς κοινοτήτων και συγκροτεί το πλαίσιο υπέρβασής της. Επειδή αφενός λαμβάνει υπόψη της τις κατασκευασμένες εθνοτικές ταυτότητες επιτρέποντας τη διατήρησή τους και αφετέρου δημιουργεί και ένα ομοσπονδιακό κυπριακό πολιτικό χώρο που δε θα καθορίζεται από τους δυο μονοδιάστατους εθνοτισμούς. Επειδή δημιουργεί συνθήκες και για την αυτονομία των δυο κοινοτήτων και για την κοινή τους δραστηριότητα. Επειδή συγκροτεί το πλαίσιο, στο οποίο θα μπορούμε να συνυπάρχουμε και οι ελληνοκεντρικές/οί και οι τουρκοκεντρικές/οί και αυτές/οί που δεν τις/τους αφορά το έθνος. Ο ε/κ αντι-ομοσπονδιακός λόγος σήμερα χρησιμοποιεί “αριστερά” επιχειρήματα ενάντια στον “κοινοτισμό” που δήθεν “θα διαχωρίζει” στο νέο ενωμένο κράτος, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να αποκαλεί τη δικοινοτικότητα και τη διζωνικότητα ως “ρατσισμό”. Εμείς πιστεύουμε ότι ρατσισμός είναι η υφιστάμενη κατάσταση της (ελληνο-)Κυπριακής Δημοκρατίας και της ΤΔΒΚ(2) . Η δήθεν αεθνική μορφή του ενιαίου κράτους είναι βαθύτατα εθνική και βασίζεται στην τωρινή δημογραφική ισχύ της ε/κ κοινότητας. Η αποπολιτικοποίηση της εθνότητας δε θα έρθει με διατάγματα (και μάλιστα εθνικά των ε/κ) και σίγουρα δεν μπορεί να προκύψει μέσα από τις υφιστάμενες συνθήκες της πολιτικής και στρατιωτικής σύγκρουσης. Ενδεχόμενη κατάργηση του δικοινοτισμού και της διζωνικότητας σε ένα σχέδιο λύσης θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στην περιθωριοποίηση του τ/κ πληθυσμού σπρώχνοντας τον είτε στον αποκλεισμό είτε στην αφομοίωση. Έτσι, η δήθεν προοδευτική θέση της απολιτικοποίησης της ιστορικά κατασκευασμένης εθνότητας, κρύβει πίσω της συγκεκριμένες και βαθύτατα εθνο-πολιτικές προεκτάσεις. Ούτως ή άλλως με δεδομένη τη συντριπτική άρνηση ανάμεσα στην τ/κ κοινότητα της λογικής του ενιαίου κράτους (και ντε φάκτο πλειοψηφικά εθνοτικού, αν υιοθετηθεί η λογική “ένας άνθρωπος μια ψήφος”) είναι αδύνατο να υπάρξει συμφωνία ειρήνευσης. Η παρεμπόδιση της λύσης και η διαιώνιση της σύγκρουσης είναι σε τελική ανάλυση η βάση στην οποία συναντιούνται και οι δυο ρητορικές του ε/κ αντι-ομοσπονδιακού στρατοπέδου – η ελληνοκεντρική (με σημείο αναφοράς τον Ελληνισμό, στον οποίο υποτίθεται ότι υπάγεται η Κύπρος) και η ελληνοκυπριωτική (με σημείο αναφοράς τη μονοπωλημένη από τους ε/κ Κυπριακή Δημοκρατία). Ο δήθεν αντικατοχικός τους λόγος (επειδή στην πράξη αντίσταση στην κατοχή μπορεί να γίνει μόνο από τους τ/κ )(3) όχι απλώς εξυπηρετεί αλλά και αναπαράγει το αποτέλεσμα της κατοχής – το διχοτομικό δηλαδή στάτους κβο. 3. Στα πλαίσια της προσπάθειας εφεύρεσης ενός άλλου “αριστερού” λόγου, η πιο ήπια (και με πιο πολλή υποκρισία) αντι-ομοσπονδιακή τάση, αυτή των θιασωτών και θιασωτριών της Κυπριακής Δημοκρατίας(4), αρθρώνει επιχειρήματα στη βάση των “ανθρωπίνων δικαιωμάτων”. Σε μια πρώτη ανάγνωση αυτός ο λόγος φαντάζει απλώς ιδεαλιστικός και φορμαλιστικός και σε διάσταση με την πολιτική πραγματικότητα. Μια πιο προσεκτική ανάλυση όμως του περιεχομένου αυτής της συλλογιστικής αναδεικνύει σαφέστατα τον αστικό και συντηρητικό χαρακτήρα της, που είναι και ιστορικά ξεπερασμένος και στην προκειμένη περίπτωση εθνικιστικά προσανατολισμένος. α) Η έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως πολιτικό πλαίσιο, αν και αντλεί την έμπνευσή της από τις επαναστάσεις της νεωτερικότητας, μετατράπηκε τη δεκαετία του 1940 ως ένα είδος αστικής – φιλελεύθερης ιδεολογικής απάντησης στο όραμα του προλεταριακού σοσιαλισμού. Για τα δεδομένα της εποχής της, ιδιαίτερα μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (και ενόσω ο προλεταριακός σοσιαλισμός βρισκόταν στη σκιά της σταλινικής στρέβλωσης), υπήρξε προοδευτική καθώς αναγνώρισε μια σειρά από οικουμενικές ανθρώπινες ανάγκες, ενώ υπήρξε καθοριστική για την παγκόσμια καθιέρωση της έννοιας “ πολίτης ” καταργώντας την έννοια “ υπήκοος” των αυτοκρατοριών. Όμως η εστίαση στο άτομο και η έμμεση αποδοχή του πολιτικού πλαισίου του αστικού έθνους – κράτους έθεταν από την αρχή όρια στο ριζοσπαστισμό αυτής της οπτικής. Όρια που έγιναν εμφανή στους αγώνες των κοινωνικών κινημάτων της δεκαετίας του 1960 και 1970, όταν επανεμφανίστηκαν τα προτάγματα της πολιτιστικής και πολιτικής αυτονομίας των κοινοτήτων εντός και πέραν από το έθνος-κράτος, στη μετα-αποικιακή πια εποχή. Το φεμινιστικό και το αντι-ρατσιστικό κίνημα έθεσαν ζήτημα προστασίας των

5 Θέσεις για τη Διαδικασία Επανένωσης της Χώρας ή Για το Δικαίωμα στη ζωή στην Κύπρο Χωρίς Κυπριακό Πρόβλημα (Φυλλάδιο) Read More »

ΝΑΙ, ΡΕ! ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ

Ιστορικό Σημείωμα Αυτή η μπροσούρα εκδόθηκε από την ομάδα Συσπείρωση Ατάκτων τον Νοέμβρη του 2016. Περιεχόμενο Το κυπριακό πρόβλημα αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί ένα θέμα διαμοιρασμού της εξουσίας μεταξύ των πολιτικών ελίτ αλλά ταυτόχρονα και ένα πρόβλημα σύγκρουσης των εθνικιστικών ιδεολογιών. Ως αντιεξουσιαστές και αντιεξουσιάστριες θεωρούμε ότι η επίλυσή του μας αφορά, γιατί επηρεάζει αρνητικά την καθημερινότητά μας, την κοινωνία και τις σχέσεις μας, την πολιτική δράση και τους αγώνες μας. Εναντιωνόμαστε στα συρματοπλέγματα που διαχωρίζουν το νησί, στα τείχη μεταξύ των ανθρώπων και στα εμπόδια που θέτει η ύπαρξη του Κυπριακού στην κοινωνική πρόοδο και στη ριζοσπαστική δράση. Αναγνωρίζουμε τις προοπτικές που θα δημιουργήσει η επίλυσή του, και την δυναμική που θα ανοίξει για την υπέρβαση της ηγεμονίας των εθνικιστικών ιδεολογιών, και την αναίρεση της γεωγραφικής διαίρεσης του νησιού. Το κυπριακό πρόβλημα μονοπωλεί τον πολιτικό λόγο και την πολιτική σκηνή του νησιού για δεκαετίες. Η ανάδυση των αλληλοσυγκρουόμενων εθνικισμών και η κατασκευή του Κυπριακού που τη δεκαετία του 1950 και μετά, ουσιαστικά σηματοδοτεί έναν αντιδραστικό κοινωνικό-πολιτικό σχηματισμό, μέσω της επιβολής ενός εθνοκεντρικού, συντηρητικού και φιλελεύθερου πολιτικού λόγου. Έτσι, παραγκωνίστηκαν οι εργατικές διεκδικήσεις και οι ταξικοί αγώνες της περιόδου του 1920-50, οδηγήθηκαν σε σύγκρουση οι δυο μεγαλύτερες πληθυσμιακά κοινότητες και σε περιθωριοποίηση, απομόνωση ή/και ενσωμάτωση οι υπόλοιπες. Παράλληλα, τα αιτήματα σύνδεσης με τις «μητέρες πατρίδες» και τους «εθνικούς κορμούς», της «Ενώσεως» από τη μια και του «Ταξίμ» από την άλλη, σταδιακά οδήγησαν στη δημιουργία και κυριαρχία στρατιωτικών και παραστρατιωτικών ομάδων, στις διακοινοτικές ταραχές, στους «θύλακες» και τελικά στο πραξικόπημα, την εισβολή και τη διχοτόμηση του νησιού. Μετά την απογοήτευση του 2004 και του 2010 ακολούθησε μια στασιμότητα, όχι μόνο σε επίπεδο συνομιλιών, αλλά και σε επίπεδο δικοινοτικών και διακοινοτικών αγώνων. Παρόλα αυτά, κάποια κομμάτια της κοινωνίας συνέχισαν με συνέπεια να διεκδικούν κοινό χώρο προσβλέποντας σε ένα κοινό μέλλον. Οι διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων το 2011, το κίνημα του Occupy μεταξύ 2011-12 και πολλές κοινές αντιμιλιταριστικές, εκπαιδευτικές και περιβαλλοντικές δράσεις κράτησαν τις γέφυρες της επανένωσης ανοικτές. Σήμερα βρισκόμαστε στο μέσο διαπραγματεύσεων για την επίλυση του Κυπριακού και ενδεχομένως λίγο πριν από μία πολύ κρίσιμη στιγμή που θα οδηγήσει είτε σε ένα ναυάγιο, είτε σε ένα προτεινόμενο σχέδιο που θα τεθεί σε δημοψήφισμα. Εμείς θεωρούμε πως έχουμε ευθύνη να πάρουμε δημόσια θέση απέναντι στους αντιομοσπονδιακούς, και να υποστηρίξουμε την ομοσπονδιακή επανένωση. Πιστεύουμε πως η πολιτική επίλυση του κυπριακού προβλήματος στη βάση της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (ΔΔΟ) είναι κάτι περισσότερο από απαραίτητη. Η ιστορική αποτυχία του ενιαίου κράτους με την επιβολή της πλειοψηφίας πάνω στη μειοψηφία στη βάση εθνοτικών κριτηρίων είναι ένα αδιέξοδο που όξυνε την αντιπαράθεση των δύο κοινοτήτων και που οδήγησε στη διαίρεση του νησιού. Η λογική της συνέχισης της στήριξης του ενιαίου κράτους οδηγεί στην αποδοχή τετελεσμένων γεγονότων και κατ’ επέκταση στη διχοτόμηση, ενώ ταυτόχρονα αδυνατεί να αντιληφθεί τα λάθη και τις αποτυχίες της πλειοψηφίας. Σε αντίθεση με τους θιασώτες -διαφόρων αποχρώσεων- του ενιαίου κράτους, εμείς θεωρούμε ότι «ρατσιστικό» είναι το ενιαίο κράτος, η αρχή της πλειοψηφίας και η αρχή του «ένας άνθρωπος, μία ψήφος», αφού πάντοτε οδηγεί στην περιθωριοποίηση των μειοψηφιών – όχι μόνο των εθνικών- και δημιουργεί πολιτικούς και κοινωνικούς αποκλεισμούς. Είναι καιρός η πλειοψηφική ε/κ κοινότητα να αναγνωρίσει από τη μια το προνόμιο που έχει να μονοπωλεί το «νόμιμο» κράτος τόσα χρόνια, και από την άλλη, την απομόνωση της τ/κ κοινότητας σε ένα καθεστώς που την καθιστούσε αόρατη στον παγκόσμιο χάρτη. Υποστηρίζουμε την ΔΔΟ όχι ως ένα «οδυνηρό συμβιβασμό στον οποίο εξαναγκαζόμαστε για να γλυτώσουμε που τη διχοτόμηση» αλλά ως ιδεατή θεσμική λύση [Τραίνο, Βαγόνι 10o ,«Γιατί ακόμα και αν δεν υπήρχε ομοσπονδία θα έπρεπε να την εφεύρουμε»], γιατί αναγνωρίζει την ιστορική, γεωγραφική και πολιτική πραγματικότητα, δίνει αυτονομία στις κοινότητες, αλλά και κοινό χώρο συνύπαρξης για όσους και όσες δεν εντάσσονται ούτε αναγνωρίζουν τις εθνικές ταυτότητες, γιατί τότε θα έχουμε την ευκαιρία να επαναορίσουμε κατά κάποιο τρόπο την έννοια «της εαυτής» και «της άλλης», την έννοια των συνόρων και θα μπορέσουμε με αυτό τον τρόπο να δημιουργήσουμε νέες ταυτότητες. Ταυτότητες που δεν θα στηρίζονται στους αποκλεισμούς αλλά θα είναι σχεσιακές, αφού δεν θα λειτουργούν στη βάση διαχωριστικών δίπολων, αλλά θα διαμορφώνονται και θα μεταμορφώνονται στη βάση των σχέσεων και των επαφών που θα δημιουργούμε τόσο μεταξύ μας όσο και με τα πάντα γύρω μας. Από την άλλη, δεν έχουμε καμία ψευδαίσθηση ότι με την λύση θα ξεπεραστούν ως διά μαγείας οι εθνοκοινοτικές διαφορές. Θεωρούμε ότι η λύση είναι κάτι περισσότερο και πέρα από μία υπογραφή. Είναι διαδικασία που προηγείται και έπεται της υπογραφής, και η οποία προϋποθέτει την ανάδειξη ενός άλλου αφηγήματος και κυρίως μιας άλλης πραγματικότητας που υπερβαίνει τα σύνορα και τον εθνοκεντρισμό. Η πολιτική επίλυση του κυπριακού προβλήματος θα αποτελέσει ένα ρήγμα στην κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, πράγμα που θα μας επιτρέψει να βρεθούμε, να σκεφτούμε και να δράσουμε σε ένα άλλο πλαίσιο. Η διαίρεση δεν θα λειτουργεί πλέον ως ένα πρόσχημα για να δικαιολογηθεί οποιοδήποτε μέτρο στρέφεται ενάντια στα κοινά λαϊκά συμφέροντα και θα σταματήσει να υφίσταται το καθεστώς έκτακτης ανάγκης, το νομικό σόφισμα στο οποίο στηρίζεται η δράση της ελληνοκυπριακής ελίτ από το 1964 και μετά. Η ενοποίηση του γεωγραφικού χώρου και το νέο πλαίσιο συνύπαρξης που θα δημιουργηθεί, θα διευκολύνει ταυτόχρονα τους κοινούς μας αγώνες, οι οποίοι θα ισχυροποιηθούν και θα γίνουν πιο αποτελεσματικοί. Πλέον, οι δυο κοινότητες στην Κύπρο θα έχουν περισσότερη ελευθερία και με δεδομένη τη μείωση της εξάρτησης της τ/κ κοινότητας από την Τουρκία, θα υπάρχει πιο πολύς χώρος για τη συγκρότηση κοινών, δικοινοτικών μετώπων υπεράσπισης της ανεξαρτησίας κόντρα στις «μητέρες πατρίδες», αλλά και στις βρετανικές βάσεις. Η λύση του κυπριακού θα αποτελέσει την πιο μεγάλη ήττα του μιλιταρισμού και των θιασωτών του, οι οποίοι έβγαζαν τόσα χρόνια και πραγματικό οικονομικό κέρδος και πολιτική υπεραξία μέσα από τη συντήρηση μιας εμπόλεμης κατάστασης στο νησί. Πέρα, όμως, από την άμεση αποστρατικοποίηση της χώρας με την κατάργηση όλων των στρατών, πιο μακροπρόθεσμα θα μας δώσει εκείνο το πλαίσιο για να παλέψουμε ενάντια στη στρατικοποίηση που κυριαρχεί πλέον σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας, στην πατριαρχία και τον σεξισμό πάνω στα οποία στηρίζεται αλλά και αναπαράγει ο μιλιταρισμός. Ταυτόχρονα, ακόμα και αν τα

ΝΑΙ, ΡΕ! ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ Read More »

EL