Για τον Βάσο Φτωχόπουλο και όσους δεν μπορούν να φανταστούν μιαν Κύπρο πέρα από την εθνική λύτρωση

του Γιώργου Προδρόμου Θυμούμαι να μου δείχνεις πως να σκοτώνω λιμπούρους πίσω που την κουζίνα της ταβέρνας «Αιγαίον» τζαι, όταν ήμουν γύρω στα δέκα, να μου μαθαίνεις να λαλώ «Τούρκος καλός, μόνο νεκρός». Θυμούμαι τες κουβέντες για τους «Νεοκύπριους» τζαι το μίσος απέναντι στους ομοσπονδιακούς. Για έναν μιτσή που μεγάλωνε σε μια Κύπρο όπου η Πράσινη Γραμμή ήταν δεδομένη τζι η «άλλη πλευρά» ένας αόρατος ή αχανής τόπος γεμάτος φόβους τζαι τραύματα, ήταν εύκολο να πιστέψει ότι οι «Τούρκοι» ήταν περίπου σαν τους λιμπούρους: κάτι εχθρικό που έπρεπε να πατηθεί για να πάρουμε πίσω τα «σπίθκια μας». Έλα όμως που ήρτεν η μέρα να ανοίξουν τα σύνορα. Το 2004 η δική μου γενιά εμπόρεσεν (για κακή τύχη της εθνικής αφήγησης) ότι στην άλλη μερκά ζουν πραγματικοί άνθρωποι, με δικές τους ζωές, μνήμες τζι απώλειες, που μπορούν να γίνουν σύμμαχοι απέναντι στον μιλιταρισμό, στα σύνορα, στην προσφυγοποίηση και στον εθνικισμό. Για κακήν τύχην όμως ούλλων μας, το άνοιγμαν των οδοφραγμάτων δεν ήταν που μόνο του αρκετό για να ανατραπεί το καθεστώς της διαίρεσης. Είδαμε να επιβιώνει μια μιλιταριστική τζι εθνική λογική της διχοτόμησης, η οποία δεν εμφανίζεται πάντα ως ρητή υπεράσπισή της αλλά εκφράζεται στο όνομα της Ένωσης ή της εθνικής ολοκλήρωσης. Τζαι μάλλον τούτη είναι η πιο δύσκολη αναγνώριση: ότι ένας λόγος που πιστεύκει πως αρνείται τη διχοτόμηση μπορεί τελικά να συμβάλλει στην αναπαραγωγή της. Μεγαλώνοντας, ευτυχώς, έφτασα να μισήσω το σύνθημα «Τούρκος καλός, μόνο νεκρός». Εσταμάτησα να σκοτώνω λιμπούρους τζι εστράφηκα προς την υπεράσπιση της ομοσπονδίας ως πλαίσιον μέσα στο οποίο τα ζητήματα της μνήμης, του τραύματος τζαι της συνύπαρξης μπορούν τουλάχιστον να τεθούν πολιτικά, με έναν τρόπο που να περιορίζει τον μιλιταρισμό τζαι τον εθνικισμό. Εκατάλαβα επίσης πόσο εύκολο είναι το προσωπικό τζαι συλλογικό τραύμα να μετατρέπεται σε αφηρημένο πολιτικό σύνθημα: Ένωση, επιστροφή στο ενιαίο κράτος του 1960, διχοτόμηση, ένωση της μισής Κύπρου με την Ελλάδα. Η Κύπρος βρίθει που τέθκοια πολιτικά σχέδια, πολλά από τα οποία εγεννηθήκαν μέσα από τα πραγματικά τραύματα των ανθρώπων που εζήσαν τη βία από το 1963 έως το 1974, με αποκορύφωμα το ελληνικό-ελληνοκυπριακό πραξικόπημα τζαι την τουρκικήν εισβολήν. Το τραύμα όμως δεν υπαγορεύκει που μόνο του τα πολιτικά μας συμπεράσματα. Γι’ αυτό, αντί να δοξάζουμεν όσους εμετατρέψαν το δικό τους βίωμα σε συλλογική επιταγή εθνικής περιχαράκωσης, άρνησης της συνύπαρξης και αναπαραγωγής του μιλιταρισμού, αξίζει να στραφούμε τζαι σε άλλα υποκείμενα της ίδιας ιστορίας. Σκέφτουμαι δαμέ τον παππού μου, τον Γ. Θ.: μέλος της ΕΟΚΑ την περίοδο 1955–1959, πρόσφυγας το 1963, με την οικογένειά του να γνωρίζει ξανά την προσφυγιά το 1974. Η δική του διαδρομή όμως δεν τον οδήγησεν στην Ένωση ούτε στα εθνικιστικά συνθήματα, αλλά στη ρητή απόρριψή τους και στην υπεράσπιση της ομοσπονδίας. Δαμέ ακριβώς εν που εντοπίζω μια διαφορετική πολιτική δυνατότητα: τα συλλογικά τραύματα τζι οι μνήμες να μεν μετατρέπουνται σε εντολή εκδίκησης ή εθνικής ολοκλήρωσης, αλλά να γίνονται αντικείμενο πολιτικής επεξεργασίας τζαι να οδηγούν σε μορφές συνύπαρξης, συνεργασίας τζαι κοινού αγώνα. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι λοιπόν ποιος υπέφερε περισσότερο, ούτε ποια κοινότητα διαθέτει το αυθεντικότερο τραύμα, αλλά τι πολιτική επιλέγουμε να παράγουμε από αυτό. Επιλέγω να γράψω τη συνέχεια του κειμένου στην Κοινή Ελληνική διότι μια κριτική αποτίμηση της πολιτικής πορείας του Βάσου Φτωχόπουλου απευθύνεται τόσο σε Ελληνοκύπριους όσο και σε Έλληνες.  *** Ο θάνατος του Βάσου Φτωχόπουλου έδωσε την αφορμή για ένα πλήθος αποχαιρετιστήριων κειμένων, τα περισσότερα από τα οποία δεν περιορίστηκαν στη συγγραφική, σκηνοθετική ή εκδοτική του δραστηριότητα. Επέμειναν στην πολιτική φυσιογνωμία του, στην επιμονή του στο Κυπριακό και ιδιαίτερα στην επαναφορά, μετά το 1974, του αιτήματος της Αυτοδιάθεσης και της Ένωσης. Σε αυτά επιλέγω να αναφερθώ κι εγώ.  Η επιδραστικότητά του δεν χρειάζεται να αμφισβητηθεί· αντίθετα, αυτή ακριβώς αξίζει να εξεταστεί. Γύρω από τον ίδιο συγκροτήθηκε ένας μικρός αλλά ασυνήθιστα ανθεκτικός πολιτικός και πολιτισμικός χώρος, ο οποίος, κυρίως κατά τη δεκαετία του 1980, συνδύαζε εθνικοαπελευθερωτικές και αντιιμπεριαλιστικές παραδόσεις με σαφώς εθνικιστικές αντιλήψεις για το Κυπριακό και την εθνική ολοκλήρωση. Αρκετοί από όσους συμμετείχαν στη διαμόρφωση αυτού του χώρου περιγράφουν σήμερα ως μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις του την «απενοχοποίηση» της Αυτοδιάθεσης και της Ένωσης μετά το 1974. Το πρώτο τεύχος της «Αυτοδιάθεσης», το 1984, συμπύκνωσε αυτή τη θέση στο σύνθημα «Ένωση όλης της Κύπρου με όλη την Ελλάδα»: όχι απλώς ως νοσταλγική επιστροφή σε ένα παλαιότερο αίτημα, αλλά ως αμφισβήτηση του πλαισίου μέσα στο οποίο το Κυπριακό συζητούνταν πλέον ως πρόβλημα ομοσπονδιακής διευθέτησης. Εδώ βρίσκεται και η βασική αντίφαση. Η Ένωση μπορούσε να εμφανίζεται ως άρνηση των τετελεσμένων του πραξικοπήματος, της εισβολής και της διχοτόμησης. Όσο όμως απομακρυνόμαστε από το 1974 και αυτή η προοπτική καθίσταται όλο και λιγότερο πραγματοποιήσιμη, η απόλυτη άρνηση κάθε ομοσπονδιακής λύσης μπορεί να καταλήξει να συμβιώνει με την επ’ αόριστον διατήρηση της διχοτόμησης. Γι’ αυτό έχει σημασία να επιστρέψουμε στον Φτωχόπουλο: όχι για ένα αντίστροφο κατηγορητήριο, αλλά για να κατανοήσουμε πώς μια περιθωριακή πολιτική γενεαλογία απέκτησε ευρύτερο αποτύπωμα στην ελληνοκυπριακή αντίληψη του εθνικού ζητήματος. Μεταπολεμικός ενωτισμός Ο ενωτισμός που ανασυγκροτήθηκε μετά το 1974 δεν υπήρξε απλώς επιβίωση της παλιάς Δεξιάς των εθνικοφρόνων. Συναντήθηκε και με ένα ρεύμα μαοϊκών και τριτοκοσμικών καταβολών, που επιχείρησε να συνδέσει τον αντιιμπεριαλισμό με ένα σαφές εθνικιστικό πρόσημο και να διαβάσει το Κυπριακό ως ζήτημα εθνικής απελευθέρωσης[i]. Θα μπορούσαμε έτσι να μιλήσουμε για μια προσπάθεια σύνθεσης του κομμουνισμού με τον ενωτισμό[ii]. Το ενδιαφέρον δεν είναι να κρίνουμε εκ των υστέρων αν οι φορείς του ήταν «πραγματικοί κομμουνιστές», αλλά να δούμε πώς, μέσα από τις ίδιες τις κατηγορίες του αντιιμπεριαλισμού και της αποαποικιοποίησης, μπορούσαν να φτάσουν στην εθνική ολοκλήρωση ως όρο κοινωνικής χειραφέτησης. Καθοριστική σε αυτή τη γενεαλογία υπήρξε η επίδραση του Νίκου Ψυρούκη[iii]. Η διάκριση ανάμεσα σε κυρίαρχα και κυριαρχούμενα έθνη που προτείνει η ανάλυσή του επέτρεπε να νοηθούν τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα ως δυνητικά επαναστατικές μορφές πάλης απέναντι στον ιμπεριαλισμό. Έτσι η εθνική αυτοδιάθεση μπορούσε να εμφανιστεί όχι ως αντίπαλος της ταξικής πάλης αλλά ως προϋπόθεσή της και ως πεδίο στο οποίο η εργατική τάξη καλούνταν να αναδειχθεί σε ηγεμονική εθνική δύναμη. Το κρίσιμο εδώ είναι ότι η εργατική τάξη δεν εμφανίζεται πλέον ως αυτοτελές ταξικό υποκείμενο, αλλά ως δύναμη που οφείλει να ηγηθεί ενός ήδη συγκροτημένου εθνικού

Για τον Βάσο Φτωχόπουλο και όσους δεν μπορούν να φανταστούν μιαν Κύπρο πέρα από την εθνική λύτρωση Read More »