Η ενεργειακή μας φτώχεια και πώς αντιμετωπίζεται 

του Δημήτρη Δημητρίου  Οι καταναλωτές δεινοπαθούν πληρώνοντας εξωφρενικούς λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος, ενώ την ίδια ώρα οι παραγωγοί Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) απολαμβάνουν υπερκέρδη. Πώς γίνεται αυτό;  Η αγορά ενέργειας από τους ιδιώτες παραγωγούς ρυθμίζεται από τις ρυθμιστικές αρχές στη βάση συγκεκριμένου μοντέλου κοστολόγησης της παραγωγής. Ο τρόπος τιμολόγησης οδηγεί σε μεγάλα υπερκέρδη για τους παραγωγούς ηλιακής και αιολικής ενέργειας, αφού πωλούν σε τιμές που καλύπτουν το οριακό κόστος όχι της δικής τους παραγωγής αλλά στην τιμή που καλύπτει το οριακό κόστος παραγωγής ηλεκτρισμού που χρησιμοποιεί ορυκτά καύσιμα (μαζούτ, αέριο κ.λπ.), το οποίο είναι σαφέστατα πολύ μεγαλύτερο από το οριακό κόστος παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ. Η τιμή ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζεται σε τελική ανάλυση από την τιμή των ορυκτών καυσίμων και των πιο ακριβών (μη αποδοτικών) μονάδων που συμμετέχουν στην αγορά. Συνεπώς, όσο πιο μεγάλο είναι το κόστος αγοράς του μαζούτ τόσο πιο μεγάλη είναι η κερδοφορία για τους παραγωγούς ΑΠΕ, αφού πωλούν στην ΑΗΚ σε τιμή ανά κιλοβατώρα που λαμβάνει υπόψη το κόστος αγοράς του μαζούτ και όχι το πραγματικό κόστος παραγωγής από ΑΠΕ. Υπερκέρδη  Το 2022 συστάθηκε Ομάδα Εργασίας από το Υπουργείο Οικονομικών με σκοπό να εξετάσει τυχόν απροσδόκητα κέρδη από την αύξηση της τιμής των καυσίμων (Απροσδόκητα κέρδη = μη αναμενόμενα και μη επαναλαμβανόμενα κέρδη από αίτια που δεν έχουν να κάνουν με τις συνήθεις λειτουργίες μιας επιχείρησης). Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα εκείνης της περιόδου, η Ομάδα Εργασίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος τιμολόγησης των ΑΠΕ οδήγησαν «…..ενδεχομένως, σε κάποιες περιπτώσεις, σε υπερκέρδη….». Αυτό το εύρημα της Επιτροπής αποτελεί βασικά και μια παραδοχή: Ότι ο καθορισμός μέγιστης τιμής από τη ΡΑΕΚ (Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας Κύπρου) δεν εμπόδισε την πραγματοποίηση υπερκερδών – ούτε βέβαια η κυβέρνηση προχώρησε σε επιπρόσθετη φορολογία στα απροσδόκητα κέρδη, ούτε και αναμένεται να το πράξει, αφού η διαπλοκή και η προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κεφαλαίου αποτελούν τον κανόνα στον τόπο μας. Η επιβολή πλαφόν στις τιμές δεν εμποδίζει την πραγματοποίηση υπερκερδών εις βάρος των καταναλωτών, αφού η οροφή που καθορίζει το πλαφόν συνεχίζει στις πλείστες των περιπτώσεων να παράγει υπερκέρδη ενώ, όπως πάντα, το πλαφόν επιβάλλεται όταν έχουν ήδη πραγματοποιηθεί τεράστια υπερκέρδη.  Το χαράτσι με τους ρύπους  Ένα πολύ μεγάλο μέρος της αύξησης της τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας στην Κύπρο οφείλεται στην αύξηση της τιμής των ρύπων σύμφωνα με την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκεκριμένα, η ΕΕ έχει δημιουργήσει ένα σχέδιο «εμπορευματοποίησης» των ρύπων (ETS system – Emissions Trading System) που προέρχονται από τον άνθρακα (CO2), στο οποίο ορίζεται από τις κυβερνήσεις μια οροφή για τις βιομηχανικές μονάδες (π.χ., ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς, αυτοκινητοβιομηχανίες, βιομηχανίες μετάλλου κ.λπ.). Αυτή η οροφή δημιουργεί όρια αποδοχής εκπομπών για κάθε βιομηχανία, τα οποία μετατρέπονται σε εμπορεύσιμες άδειες. Η κάθε βιομηχανική μονάδα είτε θα πρέπει να περιορίσει την εκπομπή των ρύπων στα όρια που της επιτρέπει η άδεια ή να βγει στην «αγορά των ρύπων» για να αγοράσει περισσότερους ρύπους από άλλες μονάδες που έχουν πλεόνασμα αδειών. Αν υπάρχει μεγάλη προσφορά, αν δηλαδή έχουμε πολλές βιομηχανικές μονάδες που παράγουν λιγότερους ρύπους από το όριο των αδειών που κατέχουν, τότε η τιμή πώλησης για κάθε τόνο CO2 θα είναι χαμηλή και δεν δημιουργεί κίνητρα σε μονάδες να μειώσουν τους ρύπους. Αυτή ήταν και η φιλοσοφία της ΑΗΚ για χρόνια όταν διατυμπάνιζε ότι το παζάρι των ρύπων συμφέρει για την ίδια και τους καταναλωτές, χωρίς βέβαια να υπεισέρχεται το θέμα της περιβαλλοντικής συνείδησης. Αντίθετα, αν οι άδειες ρύπων είναι λίγες σε σχέση με τη ζήτηση, το κόστος αγοράς τους για κάθε τόνο CO2 θα είναι ψηλό και θα δημιουργεί, θεωρητικά μιλώντας, κίνητρο για την εισαγωγή τεχνολογίας που να μειώνει τους ρύπους κάτω από την οροφή που ορίζουν οι άδειες δημιουργώντας ένα θετικό αντίκτυπο στο περιβάλλον. Το ποσό που καλείται η ΑΗΚ να καταβάλλει για τις εκπομπές του διοξειδίου του άνθρακα ανέρχεται σήμερα στο 25% του κόστους παραγωγής της ΑΗΚ. Οι καταναλωτές, μέσω των διατιμήσεων της ΑΗΚ, καταβάλλουν ποσά που αγγίζουν τα €300 εκατ. Αυτό το «πρόστιμο» καταβάλλεται όχι γιατί η ΑΗΚ είναι ένας δημόσιος οργανισμός που δεν λειτουργεί αποτελεσματικά όσο θα λειτουργούσε μια ιδιωτική επιχείρηση. Ως δημόσιος οργανισμός θα μπορούσε να έχει εύκολη πρόσβαση σε αναγκαία κεφάλαια για να περιορίσει τους ρύπους στα καθορισμένα όρια. Αυτό θα μπορούσε να γίνει αν υπήρχε ένας σωστός και έγκαιρος προγραμματισμός, με μια πολιτική κατεύθυνση πράσινης ευαισθησίας. Βασική προϋπόθεση υιοθέτησης μιας πράσινης κουλτούρας είναι η συμμετοχή της κοινωνίας στις αποφάσεις πολιτικής της ΑΗΚ και η ευαισθησία των πολιτών στην προστασία του περιβάλλοντος στον βαθμό που θα έριχνε κυβερνήσεις αν δεν ακολουθούσαν τις σωστές περιβαλλοντικές πολιτικές.  Το απατηλό όνειρο ενός «χρηματιστηρίου ενέργειας» κάτω από συνθήκες τέλειου ανταγωνισμού: μια προσπάθεια εφαρμογής μιας εικονικής πραγματικότητας  Συχνά πυκνά ακούμε ότι η ένταξη της ηλεκτρικής ενέργειας στην ανταγωνιστική αγορά θα αποβεί προς όφελος των καταναλωτών. Αυτή την άποψη δεν την ακούμε μόνο από πολιτικούς της δεξιάς. Δεν είναι λίγες οι φορές που βουλευτές της αριστεράς ασκούν δριμεία κριτική στην προηγούμενη αλλά και στη σημερινή κυβέρνηση γιατί καθυστερεί στην υλοποίηση του σχεδιασμού για συμπερίληψη του τομέα του ηλεκτρισμού στην ανταγωνιστική αγορά. Τι σημαίνει ανταγωνιστική αγορά στην αγορά της ενέργειας ;  Το όραμα των τεχνοκρατών της ΕΕ που ακολουθούν πολιτικές πλήρους ιδιωτικοποίησης του δημόσιου πλούτου απολήγει σ’ ένα είδος καθημερινού χρηματιστηρίου ενέργειας με διαχωρισμό των υποδομών της ηλεκτρικής ενέργειας (παραγωγή, μεταφορά, διανομή ή λιανική πώληση), με στόχο την εκμετάλλευση του δημόσιου αγαθού προς όφελος των μεγάλων εταιρειών. Οι παραγωγοί πωλούν στη χονδρική αγορά και οι χονδροπούληδες πωλούν στους διανομείς της ενέργειας (δίκτυα) και ακολούθως οι διανομείς πωλούν στους λιανοπώληδες οι οποίοι με τη σειρά τους πωλούν στους καταναλωτές. Η κλασική αντίληψη ότι η πληθώρα προμηθευτών σε κάθε τομέα θα αναγκάσει τους προμηθευτές να λειτουργούν αποτελεσματικά στις χαμηλότερες τιμές προς όφελος του καταναλωτή ήταν και παραμένει στο φαντασιακό κάποιων τεχνοκρατών που εξυπηρετούν πρώτιστα τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου. Οι κίνδυνοι της απορρύθμισης της αγοράς είναι πολλοί. Υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος μία ή δύο μεγάλες εταιρείες να κατέχουν ή να καταφέρουν να αποκτήσουν δεσπόζουσα θέση και, διάμεσου κάθετων συγχωνεύσεων, να ελέγχουν πλήρως ή ένα μεγάλο μερίδιο της συνολικής αγοράς. Σ’ αυτή την περίπτωση, οι τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές είναι τόσο ψηλές που προκαλούν

Η ενεργειακή μας φτώχεια και πώς αντιμετωπίζεται  Read More »