Ανά διαστήματα ακούμε Υπουργείο Παιδείας και κυβερνήσεις να επαναλαμβάνουν φορτικά την υποτιθέμενη ανησυχία τους για το «φαινόμενο της νεανικής παραβατικότητας». Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται ο όρος «παραβατική συμπεριφορά» στον δημόσιο διάλογο είναι πολύ προβληματικός. Ως όρος είναι εξαιρετικά γενικός, αφηρημένος και μπορεί να περιλαμβάνει οτιδήποτε αποκλίνει από το αξιακό σύνολο των εκάστοτε κυβερνώντων. Επιπλέον, η επαναλαμβανόμενη χρήση του όρου «παραβατικότητα», χωρίς κάποιο ουσιαστικό περιεχόμενο να τη συνοδεύει, καταδεικνύει τις ελλείψεις του θεσμικού πλαισίου πάνω στο οποίο οι κυβερνώντες χτίζουν το αφήγημα περί αναγκαίας καταστολής ανηλίκων, για να αποποιηθούν, εν τέλει, τις δικές τους ευθύνες και να κρύψουν κάτω από το χαλί τη διεύρυνση των κοινωνικών αδιεξόδων, την αύξηση του ρατσισμού και την φασιστικοποίηση της κοινωνίας μας. Η πρόθεση της κυβέρνησης για αλματώδη εντατικοποίηση της καταστολής τεκμηριώνεται από τα «μέτρα» που εξήγγειλε τον τελευταίο μήνα: τη μετατροπή των κρατητηρίων της Μενόγειας σε φυλακές ανηλίκων, τις οποίες θα διαχειρίζεται ιδιώτης, και τη δημιουργία ειδικού σχολείου για παιδιά με ιδιαίτερα «παραβατική συμπεριφορά» στο χώρο του Παγκυπρίου Γυμνασίου. Στην έξαρση του κοινωνικού κανιβαλισμού, όπως είδαμε, π.χ., με τις επιθέσεις ομάδων νεαρών σε ντελιβεράδες στην Λεμεσό, τους βανδαλισμούς σε σχολεία στη Λάρνακα σε αίθουσες που είχαν διαμορφωθεί για τη στέγαση προσφύγων από τον πόλεμο στον Λίβανο, καθώς και την επίθεση με πέτρες σε καθηγήτρια σε σχολείο της Λευκωσίας, η κυβέρνηση απαντά με «μέτρα» που προμηνύουν την επιδείνωση των προβλημάτων και όχι την αντιμετώπισή τους. Μπορεί η πολιτική μηδενικής ανοχής, που φαίνεται ότι προτίθεται να ακολουθήσει η κυβέρνηση, να χαϊδέψει τα αυτιά των συντηρητικών θιασωτών του «ησυχία, τάξις και ασφάλεια», αλλά γνωρίζουμε πως σε όλες τις περιπτώσεις που εφαρμόστηκε είχε ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα, αφού μια από τις βασικές αιτίες της «παραβατικότητας» είναι η περιθωριοποίηση των ατόμων, τα οποία, μπροστά στην έλλειψη επιλογών και προοπτικών, υιοθετούν αντικοινωνικές συμπεριφορές με στόχο τον εύκολο πλουτισμό αλλά και την ατομική καταξίωση. Οι μικροκλοπές ή/και η διακίνηση παράνομων ουσιών μπορεί να φαίνονται για κάποιον χωρίς άλλες επιλογές πολύ πιο ελκυστικά από το να σκοτώνεται στη δουλειά για 3-4 ευρώ την ώρα. Το νταηλίκι συγχέεται με τη μαγκιά και, όταν τα άτομα αυτά αντιλαμβάνονται την ίδια τους την ύπαρξη ως κάτι χωρίς αξία, τότε μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι θεωρούν και τις ζωές των «άλλων» χωρίς αξία με αποτέλεσμα τη διόγκωση της βαρβαρότητας του κοινωνικού κανιβαλισμού. Συνθήματα του τύπου «είμαστε ζώα» που βλέπουμε σε τοίχους από οπαδούς δείχνουν ακριβώς αυτή την εξιδανίκευση της αυτο-υποτίμησης και του αυτοεξευτελισμού. Είναι κάτι που έχει παρατηρηθεί πολλές φορές: το δόγμα της μηδενικής ανοχής είναι ένας φαύλος κύκλος με όλο και περισσότερα άτομα να οδηγούνται στο περιθώριο, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα να εντείνεται η βιαιότητά τους λόγω του κοινωνικού αποκλεισμού, δικαιολογώντας με τη σειρά του την εντατικοποίηση της καταστολής. Η επαναφορά των φυλακών ανηλίκων μετά από δεκαετίες υποδηλώνει ότι η κυβέρνηση σκοπεύει να αυξήσει σημαντικά την αυστηρότητα των ποινών για τους ανήλικους. Κανένα κράτος δεν φτιάχνει φυλακές αν δεν σκοπεύει να τις γεμίσει, πόσο μάλλον όταν τις φυλακές αυτές θα τις διαχειρίζονται ιδιώτες, οι οποίοι θα βγάζουν κέρδος από αυτές. Επιπρόσθετα, η Μενόγεια είναι χώρος όπου κρατούνται άτομα προς απέλαση, συνεπώς δεν υπάρχει καμία πρόνοια για επανένταξη στο κοινωνικό σύνολο. Δεδομένου ότι για τα άτομα που είναι προς απέλαση χτίζονται νέες φυλακές στη Λίμνη, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι στόχος της κυβέρνησης είναι η δημιουργία φυλακών ισχυρότερης ασφαλείας για τα άτομα προς απέλαση και για τα παιδιά εγκλεισμός ανάλογος με αυτόν που βιώνουν τώρα οι κατατρεγμένοι που περιμένουν απέλαση. Και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται για εντατικοποίηση της καταστολής. Εξ ορισμού, η φυλάκιση γίνεται με σκοπό την αποβολή ενός ατόμου από το κοινωνικό σύνολο, ενώ, ακόμη και με τις αρτιότερες πολιτικές επανένταξης, ο στιγματισμός της φυλάκισης παραμένει. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ενώ η κυβέρνηση είχε την ευκαιρία, αφού ξεκινούσε από το μηδέν, να δημιουργήσει δομές ανοικτού τύπου, με στόχο τη στήριξη των παιδιών με «παραβατική συμπεριφορά», επιλέγει τον εξοστρακισμό τους από μικρή ηλικία καταδικάζοντάς τα σε μια ζωή με το στίγμα της φυλακής. Αντίστοιχες φαίνεται να είναι οι προθέσεις της κυβέρνησης με τη δημιουργία ειδικού σχολείου για παιδιά με «ακραία παραβατική συμπεριφορά». Αν και ειδικά σχολεία που λειτουργούν στη βάση παιδοκεντρικών προσεγγίσεων θα μπορούσαν να έχουν θετικό ρόλο στην επανένταξη των παιδιών στο υπόλοιπο εκπαιδευτικό σύστημα και την κοινωνία, στη δική μας περίπτωση και με βάση τις μέχρι τώρα ενέργειες του Υπουργείου δεν φαίνεται να υπάρχουν τέτοιες προθέσεις. Επιπλέον, και πάλι, βλέπουμε το κράτος επενδύει στην καταστολή αντί την πρόληψη, μιας και δεν γίνεται πρώτα ουσιαστική ενίσχυση της ειδικής εκπαίδευσης, του θεσμού των σχολικών ψυχολόγων καθώς και γενικότερα της στήριξης ευάλωτων παιδιών εντός των σχολικών μονάδων. Δεν μπορούμε, π.χ., να περιμένουμε θαύματα, αν υπάρχει ένας ψυχολόγος ανά 1000 παιδιά και βρίσκεται 1 ή 2 μέρες την εβδομάδα σε κάθε σχολείο, ούτε αν η ενδοσχολική στήριξη δεν γίνεται από καταρτισμένο προσωπικό. Ο κοινωνικός κανιβαλισμός, τον οποίο βολικά οι κυβερνώντες βαφτίζουν συχνά ως «νεανική παραβατικότητα», δεν αποτελεί προϊόν παρθενογένεσης, αντίθετα, είναι κάτι που θρέφεται και διογκώνεται από το ίδιο το σύστημα και ειδικότερα από τη συγκεκριμένη κυβέρνηση. Τα χέρια που προβαίνουν σε τέτοιες συμπεριφορές οπλίζονται από μια λαϊκιστική κυβέρνηση που υπερασπίζεται τις απάνθρωπες πολιτικές επαναπροωθήσεων προσφύγων, ακόμα και μετά την οριστική καταδίκη της Κύπρου από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και αφήνει για μήνες ανθρώπους αποκλεισμένους στη νεκρή ζώνη. Οπλίζονται από τα ΜΜΕ που συστηματικά υποβιβάζουν τις ανθρώπινες ζωές σε αντικείμενα, μιλώντας για “λαθραίους”, για εργαλεία της Τουρκίας και για “πρόβλημα” που πρέπει να αντιμετωπιστεί. Οπλίζονται από τα δικαστήρια που καταδικάζουν τους συλληφθέντες για τα ρατσιστικά πογκρόμ σε Πάφο και Λεμεσό με ποινές χάδι. Ένα είναι σίγουρο: Αν δεν σταθούμε απέναντι σε αυτές τις πολιτικές τότε είναι βέβαιο ότι θα οδηγηθούμε σε μία κοινωνία όπου η βαρβαρότητα, όπως αυτή των επιθέσεων και ληστειών σε ντελιβεράδες, δεν θα είναι περιστασιακές επιθέσεις αλλά κανονικότητα και τελικώς θα οδηγηθούμε σε μια δυστοπία, όπου η ανθρώπινη ζωή δεν θα έχει αξία ούτε για το εκφασισμένο περιθώριο ούτε για το στρατιωτικοποιημένο κράτος καταστολής. Δεν θα σταματήσουμε να προτάσσουμε τις αξίες της αλληλεγγύης, της συμπερίληψης, της αξιοπρέπειας και του σεβασμού στην ανθρώπινη ζωή απέναντι στον υποθάλπτοντα φασισμό του κράτους.