Reading the Riot Act: Το Αντιλαϊκό Ποινικό Αδίκημα της Οχλαγωγίας και ο Αναχρονιστικός Ποινικός Κώδικας της Κύπρου (Ηλεκτρονικό Άρθρο) της Νομικής Συλλογικότητας “Αντινομία”
Ιστορικό σημείωμα Αυτό το ηλεκτρονικό άρθρο δημοσιεύτηκε στις 09/09/21 από την Συλλογικότητα Νομικών Αντινομία, στην ιστοσελίδα dikaiosyni.com. Περιεχόμενο Reading the Riot Act: Το Αντιλαϊκό Ποινικό Αδίκημα της Οχλαγωγίας και ο Αναχρονιστικός Ποινικός Κώδικας της Κύπρου 1. Εισαγωγή Στις 13 Φεβρουαρίου 2021, στην πρώτη διαδήλωση του Ως Δαμέ, η αστυνομία επιδόθηκε σε μια άνευ προηγουμένων βίαιη καταστολή της διαδήλωσης, παρά τον ειρηνικό της χαρακτήρα. Υπό το βάρος της δημόσιας κατακραυγής που ακολούθησε, ξεκίνησε η αυτεπάγγελτη έρευνα από την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας (ΑΑΔΙΠΑ) για ποινικές ή/και πειθαρχικές ευθύνες της αστυνομίας. Ενόσω εκκρεμεί το πόρισμα της ΑΑΔΙΠΑ, το οποίο (και αυτό) θα τεθεί υπό την απόλυτη διακριτική ευχέρεια του Γενικού Εισαγγελέα, ακόμα κανένας δεν έχει αναλάβει την πολιτική ευθύνη για την, εν δυνάμει, δολοφονική βία της αστυνομίας και τον τραυματισμό διαδηλωτών/τριών, εκ των οποίων η Αναστασία αντιμετωπίζει μόνιμη βλάβη στην όραση της. Όμως, αν και παράνομη, η όλη συμπεριφορά της αστυνομίας στις 13 Φεβρουαρίου δεν ήταν εν κενώ δικαίου. Η αστυνομία επικαλέστηκε τα άρθρα 70 με 76 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου (ΚΕΦ.154) (Ποινικού Κώδικα ή ΠΚ) που δημιουργούν το ποινικό αδίκημα της «οχλαγωγίας» (στο αγγλικό κείμενο “riot”). Όπως θα αναπτυχθεί και πιο κάτω, το αδίκημα της «οχλαγωγίας» είναι μια απαράδεκτη αντιλαϊκή δαμόκλειος σπάθη πάνω από τους διαδηλωτές, που δεν είναι απλά ένα αποικιοκρατικό κατάλοιπο του, ούτως ή άλλως, απαρχαιωμένου Ποινικού Κώδικα, αλλά έλκει την προέλευση του από ένα -ακόμα και για τα δεδομένα του κυπριακού ΠΚ- παλιό αγγλικό νόμο (Riot Act) που τέθηκε σε ισχύ το 1715(!) και από το ακόμα παλαιότερο αδίκημα του κοινοδικαίου (common law offence) της οχλαγωγίας [2]. 2. Ιστορικά Καταρχάς, για τη σχέση των αδικημάτων του κοινοδικαίου της παράνομης συνάθροισης και της οχλαγωγίας, που προϋπάρχουν του Riot Act [3], αναπτύχθηκε συζήτηση ήδη από τον 18ο αιώνα μεταξύ των Hawkins και Blackstone καθώς ο πρώτος αντιλαμβανόταν το αδίκημα της παράνομης συνάθροισης με μια ευρύτερη έννοια [4]. Πάντως, σε σχέση με το αδίκημα της οχλαγωγίας, ο Blackstone είχε θέσει στην αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος (actus reus) τη χρήση βίας και παράλληλα αφαίρεσε από την υποκειμενική του υπόσταση (mens rea) την προϋπόθεση του κοινού σκοπού των συναθροισμένων [5]. Όμως, φαίνεται πως, τουλάχιστον κατά τον 20ο αιώνα, η νομολογία δεν θεωρούσε απαραίτητο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος τη χρήση βίας, εφόσον από την όλη συμπεριφορά δημιουργείτο φόβος σε τρίτους (terrorem populi) [6]. Παράλληλα, τo Riot Act του 1714 εισήχθη εν μέσω μιας περιόδου αναταραχών στη Μεγάλη Βρετανία και σκοπός του ήταν να δημιουργήσει μια νέα διαδικασία κατά την οποία εκπρόσωπος του βασιλιά μέσω προκήρυξης θα καλούσε το συγκεντρωμένο πλήθος να διαλυθεί εντός συγκεκριμένης χρονικής διορίας και σε περίπτωση που το πλήθος δεν διαλύετο, η αστυνομία θα το διέλυε με κάθε τρόπο, ενώ οι συγκεντρωμένοι θα διέπρατταν πλέον και το βαρύτερο αδίκημα της «οχλαγωγίας μετά την προκήρυξη». Ο εν λόγω νόμος ήταν σε ισχύ για 252 χρόνια μέχρι και την κατάργησή του το 1967 με το Criminal Law Act 1967 (c.58) [7]. Παρομοίως, σε σχέση με το αδίκημα της οχλαγωγίας που προέρχετο από το κοινοδίκαιο, το 1986 ψηφίστηκε στην Αγγλία η κατάργηση και η αντικατάστασή του με ένα νέο αδίκημα [8]. Στη διάταξη του «νέου» νόμου του 1986 η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της οχλαγωγίας έχει γίνει πιο συγκεκριμένη και προϋποθέτει τη χρήση βίας [9]. Ενώ λοιπόν στο Ηνωμένο Βασίλειο η σχετική διάταξη έχει τροποποιηθεί εδώ και 35 χρόνια και η διαδικασία της προκήρυξης έχει καταργηθεί εδώ και 54 χρόνια, στην κυπριακή έννομη τάξη διατηρείται ζωντανή, όχι μόνον τυπικά, αλλά όπως μαρτυρεί η βίαιη καταστολή της 13ης Φεβρουαρίου, το 307 ετών πνέυμα του “Riot Act” παραμένει ζωντανό και ουσιαστικά. Δυστυχώς, το υπό συζήτηση αδίκημα δεν είναι το μοναδικό παράδειγμα αναχρονιστικής διάταξης αποικιοκρατικής προέλευσης που εντοπίζεται στον κυπριακό Ποινικό Κώδικα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το πρόσφατα τροποποιηθέν άρθρο για το βιασμό, που, μεταξύ άλλων, διέκρινε στη βάση του φύλου. Βέβαια, οι αντιφάσεις και τα κενά που άφησε πίσω της η πρόσφατη τροποποίηση του εν λόγω άρθρου [10] πιθανόν να υποδεικνύουν και την ανάγκη συνολικής επεξεργασίας και υιοθέτησης ενός νέου, σύγχρονου ποινικού κώδικα, αντί των αποσπασματικών τροποποιήσεων. Μια σημαντική συζήτηση η οποία προφανώς εκφεύγει των ορίων του παρόντος κειμένου [11]. 3. Η Οχλαγωγία στον Ποινικό Κώδικα Ο επηρεασμένος από το κοινοδίκαιο διευρυμένος ορισμός του αδικήματος της οχλαγωγίας και η διαδικασία της προκήρυξης, κατάλοιπο του Riot Act, εντοπίζονται στον ποινικό κώδικα πολλών πρώην αποικιών του Ηνωμένου Βασιλείου, με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα των Σεϋχελλών να παρουσιάζουν μια ιδιαίτερη ομοιότητα [12]. Στον κυπριακό Ποινικό Κώδικα σχετικά είναι τα άρθρα 70-76. Το άρθρο 70 ορίζει τα αδικήματα της παράνομης συνάθροισης και της οχλαγωγίας: 70. Παράνομη είναι η συνάθροιση πέντε ή περισσότερων προσώπων συναθροισμένων με πρόθεση να διαπράξουν κάποιο ποινικό αδίκημα, ή τα οποία συναθροίστηκαν με πρόθεση να εκτελέσουν κάποιο κοινό σκοπό, συμπεριφέρονται με τέτοιο τρόπο που διεγείρει στα πρόσωπα που βρίσκονται στην περιοχή εύλογο φόβο ότι συναθροίστηκαν με αυτό τον τρόπο με σκοπό να διασαλεύσουν την ειρήνη ή ότι με τέτοια συνάθροιση άσκοπα και χωρίς επαρκή λόγο προκαλούν άλλα πρόσωπα σε διασάλευση της ειρήνης. Η συνάθροιση είναι παράνομη και αν ακόμη άρχισε αυτή ως νόμιμη, αν οι συμμετέχοντες σε αυτή που συναθροίστηκαν συμπεριφέρονται για κοινό σκοπό σύμφωνα με τον τρόπο που αναφέρεται πιο πάνω. Όταν η παράνομη συνάθροιση άρχισε να επιτελεί το σκοπό είτε δημόσιας είτε ιδιωτικής φύσης, για τον οποίο συναθροίστηκε, για διασάλευση της ειρήνης και προς τρόμο του κοινού, η συνάθροιση χαρακτηρίζεται ως οχλαγωγία, αυτοί που συναθροίστηκαν θεωρούνται ότι συναθροίστηκαν οχλαγωγικά. Η χρησιμοποίηση αόριστων νομικών εννοιών όπως η προϋπόθεση να προκαλείται σε τρίτους «εύλογος φόβος» ότι οι συναθροισμένοι έχουν ως κοινό σκοπό τη «διασάλευση της ειρήνης» θέτει τα εν λόγω αδικήματα υπό τον έλεγχο μιας καθαρά πολιτικής αξιολογικής κρίσης. Αν και η χρήση αυτών των αόριστων νομικών εννοιών εμφανίζεται και σε άλλα άρθρα του Ποινικού Κώδικα [13], η χρήση τους στο άρθρο 70 είναι ιδιαίτερα προβληματική, ενόψει της φύσης του εν λόγω άρθρου. Ως ένας από τους κατεξοχήν τρόπους πολιτικής έκφρασης των πολιτών, η διαδήλωση δεν μπορεί να είναι υποκείμενη αυθαίρετων περιορισμών πολιτικού χαρακτήρα. Άλλωστε σε μια ταξική κοινωνία με συγκρουόμενα συμφέροντα, έννοιες όπως η «διασάλευση της ειρήνης» μπορούν να