afoa.cy

Σημειώσεις για το τρέχον κύμα διαμαρτυριών στην Ευρώπη

του Γιώργου Χαραλάμπους

Η Ευρώπη βρίσκεται σε αναβρασμό. Η εκπαίδευση στη Γαλλία, η κατοικία στην Ισπανία, τα δίδακτρα στο Βέλγιο και οι κοινωνικές περικοπές στη Γερμανία έχουν παραγάγει παρόμοια πολιτική ενέργεια, παρότι τα αιτήματα διαφέρουν εν μέρει. Οι διαμαρτυρίες έχουν ήδη εξαπλωθεί στην Ιταλία, την Ελλάδα και την Ιρλανδία, ενώ παρατηρούνται και εκτός Ευρώπης (Χιλή, Βραζιλία). Το νέο κύμα διαμαρτυριών αναδεικνύει τρία πράγματα ταυτόχρονα. Ότι ο δρόμος αποτελεί βασικό χωρικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναδύονται αντιστάσεις και κρίνονται πολιτικές μάχες, ότι σε κάθε περίπτωση λειτουργεί ως τέτοιο μέσα σε διαφορετικό εθνικό πλαίσιο με συγκεκριμένη δυναμική, αλλά παράλληλα σε διαφορετικές χώρες παρατηρούνται και παρόμοια μοτίβα.

(Κα)τι γίνεται(;)

Οι μαθητικές διαμαρτυρίες στη Γαλλία ξεκίνησαν πριν από περίπου δύο εβδομάδες γύρω από συγκεκριμένα λύκεια και εξαπλώθηκαν μέσω κοινωνικών δικτύων και άμεσης μίμησης από σχολείο σε σχολείο. Το γαλλικό μαθητικό κύμα διαμαρτυρίας, μαζί με γονείς και καθηγητές, έχει πλέον αποκτήσει σαφώς ευρύτερη και εθνική διάσταση. Στους μαθητές, το αρχικό επίκεντρο ήταν πολύ συγκεκριμένο και περιλάμβανε την έλλειψη εκπαιδευτικών, υπερπλήρεις τάξεις, υποβαθμισμένες σχολικές υποδομές, ελλιπείς πόρους για τα σχολεία και ζητήματα σχετικά με την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση. Στη συνέχεια, όμως, η κινητοποίηση διευρύνθηκε, έτσι ώστε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό ζήτημα να πυροδοτήσει τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια που αφορά πολύ περισσότερα πράγματα.

Οι φοιτητές έχουν οργανώσει αποκλεισμούς πανεπιστημιουπόλεων και συγκεντρώσεις. Οι φοιτητικές οργανώσεις και τα συνδικάτα των εργαζομένων στον τομέα της εκπαίδευσης συνδέουν τις διαμαρτυρίες των φοιτητών με ευρύτερες διαδηλώσεις ενάντια στην υποχρηματοδότηση και τις προτεινόμενες περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες. Τα συνδικάτα έχουν προκηρύξει συντονισμένες ημέρες διαμαρτυρίας και απεργίες. Για τις 13 Οκτωβρίου προγραμματίζεται νέα μεγάλη κινητοποίηση και απεργία στην εκπαίδευση σε όλη τη χώρα, ενώ έχει ανακοινωθεί και παναπεργία για τις 5 Νοεμβρίου.

Στην Ισπανία παρατηρούμε μια πολύ πιο καθαρή διαδικασία μετατροπής ενός κοινωνικού αιτήματος – της στέγασης- σε ενιαία εργατική κινητοποίηση, με το κρίσιμο βήμα να είναι η σύμπραξη των μεγάλων συνδικάτων. Το σημερινό κύμα ξεκίνησε από την κρίση πρόσβασης στη στέγη: υψηλά ενοίκια, δυσκολία αγοράς κατοικίας, εξώσεις και περιορισμένη προστασία ενοικιαστών. Ο βασικός κοινωνικός φορέας αυτή τη στιγμή είναι το Sindicato de Inquilinas e Inquilinos – το κίνημα/συνδικάτο των ενοικιαστών. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία οργανωτικά. Ο ενοικιαστής δεν κινητοποιείται μόνο ως εργαζόμενος, αλλά και ως καταναλωτής στέγης και κάτοικος μιας πόλης. Έτσι η στέγαση λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνικές κατηγορίες – τους νέους εργαζόμενους, τους χαμηλόμισθους, τις οικογένειες, τους ενοικιαστές, τους φοιτητές και τους ανθρώπους που αδυνατούν να αγοράσουν κατοικία. Γι’ αυτό, το ζήτημα έχει τη δυνατότητα να ξεπεράσει την παραδοσιακή διάκριση «εργασία–εργατική τάξη/εργαζόμενοι/μισθωτοί, κ.ο.κ».

Αντιστρόφως, οι δύο μεγαλύτερες συνομοσπονδίες συνδικάτων της χώρας, UGT (Unión General de Trabajadoras y Trabajadores) και CCOO (Confederación Sindical de Comisiones Obreras), υπογραμμίζουν ότι το στεγαστικό πρόβλημα είναι και εργατικό. Αυτό επιτρέπει στο κίνημα να περάσει από ένα καταναλωτικό/στεγαστικό αίτημα σε ένα ευρύτερο πλέγμα ταξικών και εργασιακών αιτημάτων χωρίς να χρειάζεται να αλλάξει το αρχικό του θέμα. Το άμεσα κρίσιμο ερώτημα για την Ισπανία πλέον είναι πολύ συγκεκριμένο: αν το Sindicato de Inquilinas e Inquilinos, η CGT (Confederación General del Trabajo -η ισπανική εργατική συνομοσπονδία με σαφή αναρχοσυνδικαλιστικό προσανατολισμό), η UGT και η CCOO καταφέρουν να μετατρέψουν τις δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές σε πραγματική συμμετοχή στην 24ωρη γενική απεργία που έχουν καλέσει για τις 11 Νοεμβρίου. Σύντομα μετά, θα ακολουθήσουν οι εκλογές που έχουν προκυρηχθεί για τις 29 Νοεμβρίου.

Στη Γερμανία, τα κύρια ζητήματα είναι τα κυβερνητικά σχέδια για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, οι συντάξεις και η υγειονομική περίθαλψη, oι στρατιωτικές δαπάνες και η πιθανή υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, η πολιτική για το κλίμα και η ενέργεια, καθώς και η άνοδος της ακροδεξιάς (AfD – Alternative für Deutschland). Στη Γερμανία δεν υπάρχει ένα ενιαίο κίνημα διαμαρτυρίας. Συνδικάτα, φοιτητές, ακτιβιστές για το κλίμα, αντιπολεμικοί ακτιβιστές, αντιφασιστικές ομάδες και αριστερά πολιτικά κόμματα κινητοποιούνται γύρω από αλληλεπικαλυπτόμενα αιτήματα.

Μετά την πρόσφατη εκλογική επιτυχία της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ, δεκάδες χιλιάδες συμμετείχαν σε διαδηλώσεις κατά της ακροδεξιάς σε διάφορες γερμανικές πόλεις. Στις 26 Σεπτεμβρίου, η Γερμανική Συνομοσπονδία Συνδικάτων (DGB) οργάνωσε δράσεις σε 15 πόλεις, ενώ στις 9 Οκτωβρίου χιλιάδες διαδήλωσαν στο Βερολίνο κατά των προτεινόμενων αλλαγών στην πολιτική για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, που προωθούνται από την υπουργό Οικονομίας και Ενέργειας του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος (CDU). Τόσο συνδικαλιστές όσο και νέοι συμμετέχουν σε κινητοποιήσεις κατά της επιστροφής της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας ή κατά των αυξήσεων στα στρατιωτικά έξοδα, όσο και στις ευρύτερες κοινωνικές αντιπαραθέσεις.

Στο Βέλγιο, παρότι τις τρέχουσες διαμαρτυρίες από φοιτητές και μαθητές πυροδότησαν τα προβλήματα στην πρόσβαση στην εκπαίδευση με φόντο και τη Γαλλία, η σημερινή εικόνα έχει δύο παράλληλες διαστάσεις. Από τη μία, υπάρχει ένα ευρύ εργατικό και κοινωνικό κίνημα κατά της λιτότητας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Η κυβέρνηση «Arizona» βρίσκεται αντιμέτωπη με παρατεταμένη αντίδραση συνδικάτων και κοινωνικών οργανώσεων. Η διαμάχη αφορά το ποιος θα επωμιστεί το κόστος της δημοσιονομικής προσαρμογής και πώς θα διατηρηθούν οι κοινωνικές εγγυήσεις.

Από την άλλη, έγιναν νέες μαθητικές κινητοποιήσεις στη γαλλόφωνη εκπαίδευση, με επεισόδια στη Λιέγη και τις Βρυξέλλες. Το δεύτερο μέτωπο συνδέεται με τις μεταρρυθμίσεις της Ομοσπονδίας Βαλλονίας-Βρυξελλών που εγκρίθηκαν τον περασμένο Ιούνιο και περιλαμβάνουν σχέδιο περικοπών περίπου 500 εκατομμυρίων ευρώ έως το 2029, αύξηση των πανεπιστημιακών διδάκτρων και αύξηση του εβδομαδιαίου διδακτικού ωραρίου από 20 σε 22 ώρες σε συγκεκριμένες κατηγορίες εκπαιδευτικών. Το ζήτημα δεν είναι μόνο αν θα εξοικονομηθούν χρήματα, αλλά ποια εκπαιδευτική λειτουργία θα χαθεί ή θα υποβαθμιστεί για να επιτευχθεί η εξοικονόμηση.

Σταδιακά, τα δύο μέτωπα συγκλίνουν στον δρόμο, οι κινητοποιήσεις στο Βέλγιο έχουν πλέον πολλές θεματικές: μισθούς, συντάξεις, εργασία, δημόσιες υπηρεσίες, εκπαίδευση και κόστος ζωής. Στις 9 Οκτωβρίου έγινε γενική απεργία με μαζικές διαδηλώσεις στις Βρυξέλλες.

Οι διαμαρτυρίες έχουν εξαπλωθεί σε ακόμα τρεις ευρωπαϊκές χώρες. Στην Ελλάδα, προγραμματίζεται ολονύκτια φοιτητική διαμαρτυρία στο Σύνταγμα στις 13 Οκτωβρίου, ενώ πρόσφατες κινητοποιήσεις περιλαμβάνουν διάφορα ζητήματα. Στην Ιταλία το νέο κύμα μαθητικού ακτιβισμού ξεκίνησε με καταλήψεις σε λύκεια στο Τορίνο και τη Ρώμη στις 5 Οκτωβρίου με το σύνθημα «Ας κάνουμε όπως στη Γαλλία». Στην Ιρλανδία, χιλιάδες φοιτητές διαδήλωσαν στο Δουβλίνο, απαιτώντας χαμηλότερα δίδακτρα, αυξημένη χρηματοδότηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και προσιτή στέγαση.

Κοινά σημεία και τέρατα

Ανάμεσα στις χώρες, υπάρχουν κοινά μοτίβα, που αφορούν την κοινωνική τάξη, τη γενεακή σύγκρουση, την κρίση του κράτους πρόνοιας, την αστυνομική διαχείριση της διαμαρτυρίας και την αδυναμία των παραδοσιακών πολιτικών θεσμών να απορροφήσουν τη δυσαρέσκεια. Το ζήτημα της τάξης πολιτικοποιείται έντονα σε διαφορετική μορφή. Αντί για εργάτες εναντίον εργοδοτών, εμφανίζεται περισσότερο ως μια διαίρεση μεταξύ αυτών που μπορούν να εξασφαλίσουν πρόσβαση σε βασικά κοινωνικά αγαθά και αυτών που δεν μπορούν. Η κοινωνική διαμαρτυρία γίνεται πεδίο σύγκρουσης σχετικά με το ποιος παράγει τον κοινωνικό πλούτο, ποιος τον καρπώνεται και ποιος καλείται να πληρώσει για τις κρίσεις.

Εντός αυτής της δυναμικής, δημιουργείται μια γενεακή πολιτική, έτσι ώστε οι νέοι να μην κινητοποιούνται μόνο για το παρόν· κινητοποιούνται για το αν θα έχουν κοινωνικό μέλλον. Η γενεακή σύγκρουση εκφράζει την αυξανόμενη αίσθηση των νεότερων γενεών ότι οι οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις που επέτρεπαν σε προηγούμενες γενιές να εξασφαλίζουν σχετικά σταθερή εργασία, κατοικία και κοινωνική κινητικότητα έχουν αποδυναμωθεί. Στην ισπανική οικονομία, τα ενοίκια και οι κατοικίες έχουν φτάσει σε πολύ ψηλές τιμές, η απασχόληση είναι περισσότερο επισφαλής, η οικονομική ανεξαρτητοποίηση γίνεται πιο δύσκολη. Υπάρχει διευρυμένη αβεβαιότητα για τις μελλοντικές συντάξεις και η κοινωνική πρόοδος γίνεται όλο και λιγότερο προσβάσιμη. Στις μαθητικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις, όπως εκείνες στο Βέλγιο, η αντίδραση στις εκπαιδευτικές περικοπές συνδέεται με τον φόβο ότι οι νέοι θα κληρονομήσουν ένα σύστημα με λιγότερες ευκαιρίες και μεγαλύτερες ανισότητες. Η σύγκρουση αναδεικνύει μια βαθύτερη πολιτική διαφωνία σχετικά με το πώς κατανέμονται οι πόροι, οι υποχρεώσεις και οι ευκαιρίες ανάμεσα στις γενιές.

Η κρίση του κράτους πρόνοιας συνδέεται με τις δεσμεύσεις διαφόρων κυβερνήσεων στη δημοσιονομική πειθαρχία, στο πλαίσιο της λογικής της λιτότητας που διέπει ολόκληρο το χρηματο-οικονομικό οικοδόμημα της ΕΕ. Η κρίση του κράτους πρόνοιας εκδηλώνεται μέσα από την αυξανόμενη αντίθεση ανάμεσα στις κοινωνικές ανάγκες και στους δημόσιους πόρους που διατίθενται για την κάλυψή τους, ως αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών. Σε χώρες όπως το Βέλγιο, οι διαμαρτυρίες για τις συντάξεις, τα επιδόματα ανεργίας και την εκπαίδευση αποτυπώνουν την ανησυχία ότι η δημοσιονομική προσαρμογή θα επιβαρύνει δυσανάλογα τους εργαζομένους και τις κοινωνικά ευάλωτες ομάδες.

Παράλληλα, η στεγαστική κρίση στην Ισπανία και οι αντιπαραθέσεις για την πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες σε άλλες χώρες και πόλεις δείχνουν ότι η κοινωνική προστασία δεν εξαντλείται στις χρηματικές παροχές, αλλά προϋποθέτει και επαρκείς δημόσιες υποδομές, προσιτή κατοικία και ποιοτικές υπηρεσίες. Η κρίση σηματοδοτεί ότι αμφισβητούνται η επάρκεια, η χρηματοδότηση και η καθολικότητα του κοινωνικού κράτους, που άλλωστε αναδείχθηκαν και κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όπου το πιο πολύτιμο αγαθό, η ζωή, ήταν το διακύβευμα. Στον πυρήνα της αντιπαράθεσης βρίσκεται, επομένως, το ερώτημα αν η κοινωνική προστασία αποτελεί κόστος που πρέπει να περιορίζεται ή συλλογική επένδυση στην κοινωνική συνοχή και στην ισότητα ευκαιριών.

Η αστυνομική διαχείριση των πρόσφατων κοινωνικών κινητοποιήσεων στην Ευρώπη αναδεικνύεται σε κρίσιμο πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στην κρατική εξουσία και το δικαίωμα στη διαμαρτυρία, καθώς στη Γαλλία, στο Βέλγιο και σε άλλες χώρες οι αντιδράσεις συναντούν ολοένα εντονότερα μέτρα αστυνόμευσης, που συμπεριλαμβάνουν την άσκηση της βίας. Η εκτεταμένη χρήση κατασταλτικών μέσων, ιδίως απέναντι σε ανήλικους, εντείνει την αμφισβήτηση της αναλογικότητας των επεμβάσεων και προσθέτει στη δημόσια συζήτηση το ζήτημα της αστυνομικής αυθαιρεσίας και της αστυνόμευσης γενικότερα. Η διαχείριση των διαδηλώσεων συμπυκνώνει βαθύτερες αντιθέσεις γύρω από τη νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας, αλλά και γύρω από τη νομιμοποίηση της βίαιης ή ανυπάκοης συμπεριφοράς που εκδηλώνεται ενάντια σε μορφές καταπίεσης.

Η επαναλαμβανόμενη εμφάνιση μαζικών κινητοποιήσεων υποδηλώνει επίσης ότι οι παραδοσιακοί μηχανισμοί πολιτικής εκπροσώπησης και διαμεσολάβησης καταφέρνουν όλο και λιγότερο να μετατρέψουν τις κοινωνικές απαιτήσεις σε πολιτικές αποφάσεις που γίνονται αποδεκτές από σημαντικά τμήματα της κοινωνίας. Τα πολιτικά κόμματα, τα κοινοβούλια, οι κυβερνήσεις και τα συνδικάτα αντιμετωπίζουν δυσκολίες όταν οι πολίτες θεωρούν ότι οι εκλογικές διαδικασίες δεν επηρεάζουν ουσιαστικά τις οικονομικές πολιτικές ή ότι οι διαβουλεύσεις δεν οδηγούν σε πραγματικές αλλαγές. Σε αυτό το κενό αναπτύσσονται κινήματα που επιδιώκουν να ασκήσουν άμεση πίεση μέσω διαδηλώσεων, απεργιών και πολλών άλλων μορφών δράσης.

Η πάλη για την ηγεμονία επί των εξελίξεων

Η πάλη για την ηγεμονία ως προς την παρουσίαση και την ερμηνεία του κύματος διαμαρτυριών επηρεάζει το κατά πόσο τα κινήματα κοινωνικών διεκδικήσεων θα καταφέρουν να αποσπάσουν παραχωρήσεις ή να πετύχουν τους στόχους τους. Οι επίσημες πηγές έχουν δομικό πλεονέκτημα. Υπουργεία, αστυνομία και κυβερνήσεις διαθέτουν εκπροσώπους, συστήματα παρακολούθησης, αριθμούς συλλήψεων, ανακοινώσεις και εύκολη πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης. Οι αποκεντρωμένες ομάδες νέων συχνά δεν διαθέτουν δομημένη, ενιαία εκπροσώπηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα μέσα ενημέρωσης υιοθετούν πάντοτε την κυβερνητική θέση, αλλά ότι η επίσημη εκδοχή είναι συχνά ευκολότερο να καταγραφεί.

Τα μέσα ενημέρωσης δεν μεταφέρουν απλώς την εικόνα μιας κινητοποίησης· επιλέγουν πώς θα νοηματοδοτηθεί καθε πλευρά της. Σε πολλά από αυτά, οι εικόνες βίας επισκιάζουν τα αιτήματα των νέων διαδηλωτών και προβάλλεται συστηματικά το πώς η κυβέρνηση περιγράφει τις κινητοποιήσεις. Οι φωτιές, οι συγκρούσεις και οι συλλήψεις προσφέρουν άμεσα και έντονα πλάνα με μεγάλη πολιτική και μιντιακή επίδραση. Έτσι, στη βία μπορεί εύκολα να δοθεί δυσανάλογη παρουσία, ακόμη κι όταν δεν χαρακτηρίζει το βασικό τμήμα των κινητοποιήσεων.

Σε όλες τις περιπτώσεις οι παραδοσιακοί σύμμαχοι των κινημάτων, τα ριζοσπαστικά αριστερά κόμματα αντιμετωπίζουν παρόμοιες προκλήσεις. Η Ανυπότακτη Γαλλία και το Γαλλικό ΚΚ από την αρχή υποστήριξαν τον μαθητικό ξεσηκωμό. Η Ανυπότακτη Γαλλία άρχισε να πραγματοποιεί επισκέψεις και διάλογο με το μαθητικό κίνημα. Ενεργοποίησε το τοπικό κομματικό δίκτυο δημόσια, ενίσχυσε την ορατότητα των αιτημάτων μέσω του διαδικτύου και των ΜΜΕ, έδωσε πολιτική κάλυψη και συνέδεσε τα αιτήματα με συγκεκριμένες διεκδικήσεις, συνδύασε τον δρόμο με την κοινοβουλευτική παρέμβαση και προσπάθησε να διαχωρίσει τη στήριξη της διαμαρτυρίας από τις βίαιες ενέργειες. Το ΚΚ κάλεσε το Κίνημα Νέων Κομμουνιστών Γαλλίας (Mouvement Jeunes Communistes de France) να υποστηρίξει τους μαθητές, μεταξύ άλλων με τη συγκέντρωση αιτημάτων μέσω ειδικών τετραδίων καταγραφής παραπόνων και διεκδικήσεων (cahiers de doléances). Παράλληλα, ζήτησε εθνικό διάλογο για ένα σχέδιο δημόσιας εκπαίδευσης που θα διαμορφωθεί με τη συμμετοχή της κινητοποιημένης νεολαίας.

Στην Ισπανία, τα μέλη της Ενωμένης Αριστεράς συμμετέχουν εδώ και χρόνια σε συνδικάτα ενοικιαστών, πλατφόρμες, συνελεύσεις και συλλογικότητες που αντιμετωπίζουν εξώσεις, υπέρογκα ενοίκια και κερδοσκοπία στη στέγαση. Το κόμμα ανακοίνωσε συμμετοχή στις κινητοποιήσεις που κάλεσε το Sindicato de Inquilinas e Inquilinos στις 3 και 4 Οκτωβρίου σε διάφορες πόλεις. Οργανωτικά, αξιοποιεί την υπάρχουσα κομματική παρουσία του μέσα σε κοινωνικά δίκτυα, ενθαρρύνει τη συνέχιση της κινητοποίησης και ασκεί πολιτική πίεση. Οι Podemos πράττουν με παρόμοιο τρόπο: δημόσια στήριξη, πίεση προς την κυβέρνηση και κοινοβουλευτική διαπραγμάτευση. Όμως και τα δύο αυτά κόμματα ανταγωνίζονται εκλογικά με το σοσιαλιστικό κόμμα (PSOE) του πρωθυπουργού Pedro Sanchez, το οποίο θα επιδιώξει στις επερχόμενες εκλογές να κεφαλαιοποιήσει στη δυσαρέσκεια.

Στη Γερμανία, το κόμμα Die Linke διατηρεί συνδέσεις με κοινωνικά κινήματα σε τοπικό επίπεδο, ενώ η εκλογική του ενίσχυση έχει συνδεθεί με την προσπάθεια πολιτικής εκπροσώπησης κοινωνικών αιτημάτων. Ωστόσο, η αντιπαράθεση γύρω από τη μετανάστευση, τον αντισημιτισμό και τη στάση απέναντι στην Παλαιστίνη δημιουργεί πολιτικές εντάσεις και διλήμματα εκπροσώπησης. Οι επιλογές του κόμματος σε αυτά τα ζητήματα ενδέχεται να επηρεάσουν τη σχέση του με διαφορετικές ομάδες υποστηρικτών του.

Στο Βέλγιο, το ριζοσπαστικό αριστερό PΤΒ/PVDA (γαλλικά: Parti du Travail de Belgique, ολλανδικά: Partij van de Arbeid van België) υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση επιλέγει να εξοικονομήσει πόρους εις βάρος εργαζομένων και κοινωνικών παροχών, ενώ υπάρχουν εναλλακτικές μέσω μεγαλύτερης φορολόγησης του μεγάλου πλούτου και των υψηλών κερδών. Το κόμμα έχει επιχειρήσει να συνδέσει την κοινοβουλευτική αντιπολίτευση με την κοινωνική κινητοποίηση, προβάλλοντας εναλλακτικές προτάσεις φορολόγησης του μεγάλου πλούτου και των υψηλών κερδών. Με αυτόν τον τρόπο, επιδιώκει να μεταφέρει τη συζήτηση από την αναγκαιότητα των περικοπών στην πολιτική επιλογή για το ποιος θα επωμιστεί το κόστος της δημοσιονομικής προσαρμογής.

Στα φοιτητικά και μαθητικά κινήματα, η απουσία κεντρικού μηχανισμού είναι ταυτόχρονα πλεονέκτημα και αδυναμία: από τη μια κάνει το κίνημα δύσκολο να ελεγχθεί ή να εξουδετερωθεί από μια κεντρική διαπραγμάτευση, από την άλλη δυσκολεύει τη διατύπωση ενιαίων αιτημάτων και την πολιτική εκπροσώπησή του. Εδώ ανακύπτει ο όχι πάντοτε δεδομένος και άνευ διαφοροποιήσεων ρόλος που παίζουν τα συνδικάτα και τα κόμματα της αριστεράς στη μετατροπή κοινωνικής έξαρσης σε θεσμική εκπροσώπηση και δημόσια πολιτική. Στην τριγωνική σχέση που υφίσταται μεταξύ του κοινωνικού κινήματος, των συνδικάτων και των κομμάτων, κανένας από τους τρεις πόλους δεν έχει πλήρη έλεγχο των άλλων. Γι’ αυτό και η διάδραση μεταξύ τους είναι καθοριστικής σημασίας για την έκβαση των κινητοποιήσεων. Αυτή η διάδραση εξαρτάται όχι μόνο από την ένταση της κοινωνικής δυσαρέσκειας, αλλά και από το κατά πόσο οι διαφορετικοί κινητοποιημένοι δρώντες μπορούν να διατηρήσουν την αυτονομία τους, να συντονίσουν τις δράσεις τους και να μετατρέψουν τα αιτήματα σε συγκεκριμένες κοινωνικές και θεσμικές αλλαγές.

Οι αντιδραστικές δυνάμεις

Σε όλες αυτές τις χώρες, η ακροδεξιά στέκεται δίπλα στο κεφάλαιο και απέναντι στους μετανάστες. Επιχειρεί να μετατοπίσει τη συζήτηση από το κοινωνικό αίτημα προς την ασφάλεια, τη μετανάστευση, την εθνική ταυτότητα και τη νομιμότητα των πολιτικών αντιπάλων. Εστιάζοντας στην καταγωγή των διαδηλωτών ή την υποτιθέμενη υποκίνηση βίας από την Αριστερά, οι κοινωνικές διεκδικήσεις κινδυνεύουν να περάσουν σε δεύτερο πλάνο. Στη Γαλλία το ακροδεξιό RN (Rassemblement Νational) παρουσιάζει, τις συγκρούσεις ως πρόβλημα δημόσιας τάξης, αντί ως ένδειξη δυσλειτουργίας του εκπαιδευτικού συστήματος. Το συνδέει με τη μετανάστευση και την πολιτική χειραγώγηση. Στις ευρύτερες αντιδράσεις για τις γαλλικές διαδηλώσεις, ακροδεξιοί σύμμαχοι του RN σε ευρωπαϊκό επίπεδο ισχυρίζονται ότι η παραβατικότητα οφείλεται κυρίως σε νέους με μεταναστευτικό υπόβαθρο και ότι το κίνημα υποκινείται από την Αριστερά, ΜΚΟ και μέσα ενημέρωσης.

Στην Ισπανία, το Vox καταγγέλλει την κυβέρνηση για την κρίση των ενοικίων και το κόστος ζωής, αλλά απορρίπτει μέτρα όπως η αναστολή εξώσεων και η ρύθμιση ορισμένων μισθώσεων. Στις 2 Οκτωβρίου το Vox ψήφισε μαζί με το Λαϊκό Κόμμα και τους Junts κατά δύο διαταγμάτων της σοσιαλιστικής κυβέρνησης για τη στέγαση, ενώ έξω από το Κοινοβούλιο διαδηλωτές απαιτούσαν μεγαλύτερη προστασία των ενοικιαστών. Παράλληλα, το Vox συνδέει τη στεγαστική ανασφάλεια με τη μετανάστευση. Χρησιμοποίησε, παραδείγματος χάριν, την πλέον γνωστή περίπτωση της ηλικιωμένης Mariecarmen που αντιμετώπισε έξωση μετά από 70 χρόνια διαμονής στο διαμέρισμά της, για να υποστηρίξει ότι οι Ισπανοί πολίτες αδικούνται έναντι των μεταναστών. Προσπαθεί έτσι να μετατρέψει την κοινωνική δυσαρέσκεια για τα ενοίκια σε συζήτηση για το ποιος δικαιούται να έχει πρόσβαση στη στέγαση, θυματοποιώντας τους μετανάστες.

Στο Βέλγιο, το Vlaams Belang ασκεί έντονη κριτική στις συνδικαλιστικές ηγεσίες και στις κινητοποιήσεις που συνδέονται με την Αριστερά, ιδιαίτερα όταν προκαλούνται επεισόδια ή διαταράσσεται η λειτουργία των σχολείων και των πανεπιστημίων. Αντιτίθεται στα αιτήματα των συνδικάτων και των φοιτητών και προτείνει περικοπές από τη μετανάστευτική πολιτική και την ΕΕ.

Στη Γερμανία η AfD αντιστρέφει τους ρόλους «θύματος» και «απειλής», αμφισβητώντας τη νομιμοποίηση των διαδηλωτών. Αυτοπαρουσιάζεται ως αποκλεισμένη από το πολιτικό κατεστημένο, προβάλλοντας μια εικόνα άδικης πολιτικής αντιμετώπισης της ίδιας. Επίσης αντιστρέφει τη κατηγορία περί εξτρεμισμού, αφού καταγγέλει τις κινητοποιήσεις εναντίον της ως απειλή για την πολιτική πολυφωνία.

Το μοτίβο είναι πλεόν κλασικό ανεξαρτήτως χώρας. Η ακροδεξιά επιχειρεί την πολιτική αναπλαισίωση της κοινωνικής σύγκρουσης προς τον συντηριτισμό, τη ξενοφοβία και τον ρατσισμό. Έτσι, αποσυνδέει τις κοινωνικές αντιθέσεις από τις υλικές και θεσμικές τους αιτίες καeι τις επαναδιατυπώνει ως ζητήματα εθνότητας, φυλής, ασφάλειας και δημόσιας τάξης. Η στρατηγική αυτή οριοθετεί το πολιτικό νόημα των κινητοποιήσεων, με στόχο να κατακερματίσει τις κοινωνικές συμμαχίες και να περιορίσει τη δυνατότητα συγκρότησης ενός ευρύτερου συλλογικού σχήματος για ριζική κοινωνική αλλαγή.

Αντί επιλόγου

Οι κοινωνικές διαμαρτυρίες στην Ευρώπη δεν αποτελούν ένα ενιαίο κίνημα, αλλά εκφράζουν κοινές δομικές αντιφάσεις και καθρεφτίζουν συγκλίνουσες διεκδικήσεις. Η κρίση στη στέγαση, η υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών, η εργασιακή ανασφάλεια και η δημοσιονομική λιτότητα αποκτούν διαφορετικές εκφάνσεις ανάλογα με το εθνικό πλαίσιο. Παρά τις διαφορές μεταξύ των περιπτώσεων, αναδεικνύεται μια κοινή σύγκρουση γύρω από την πρόσβαση στα κοινωνικά αγαθά και την κατανομή του κόστους των οικονομικών κρίσεων. Αυτό μαρτυρά τη σημασία της κοινωνικής τάξης στους πολιτικούς αγώνες της σημερινής εποχής. Μόνο που η τάξη επανέρχεται με νέες μορφές, καθώς η σύγκρουση δεν περιορίζεται στον χώρο εργασίας, αλλά επεκτείνεται στην κατοικία, στην εκπαίδευση, στην τρίτη ηλικία και στις δημόσιες υποδομές. Οι νέοι βρίσκονται συχνά στην πρώτη γραμμή, καθώς αντιμετωπίζουν επισφάλεια και δυσκολότερες συνθήκες κοινωνικής κινητικότητας.

Η οργανωτική μορφή των κινητοποιήσεων καθορίζει σε σημαντικό βαθμό τη δυναμική τους. Οι αποκεντρωμένες μαθητικές και νεανικές κινητοποιήσεις μπορούν να εξαπλωθούν γρήγορα, χωρίς να εξαρτώνται από μια ενιαία ηγεσία. Ωστόσο, η απουσία σταθερού συντονισμού μπορεί να δυσκολέψει τη διατύπωση κοινών αιτημάτων και τη διατήρηση της πίεσης σε βάθος χρόνου. Αντίθετα, τα συνδικάτα διαθέτουν οργανωτικές υποδομές που μπορούν να μετατρέψουν τη διάχυτη δυσαρέσκεια σε απεργίες και πανεθνικές κινητοποιήσεις. Τα κόμματα μπορούν να προσφέρουν επιπλέον πόρους, δημόσια προβολή, πολιτική εκπροσώπηση και πρόσβαση στους θεσμούς. Ωστόσο, κανένας από αυτούς τους φορείς δεν ελέγχει πλήρως τους υπόλοιπους. Η σχέση των κοινωνικών κινημάτων, των συνδικάτων και των αριστερών κομμάτων παραμένει κρίσιμη, αλλά όχι αυτονόητη. Το ζήτημα είναι κατά πόσο θα καταφέρουν να διαμορφώσουν και να διατηρήσουν μια σχέση αμοιβαίας ενίσχυσης.

Η μάχη για την πολιτική και επικοινωνιακή ηγεμονία είναι εξίσου σημαντική με την ίδια την κινητοποίηση. Η συζήτηση μπορεί να επικεντρωθεί στα αρχικά κοινωνικά αιτήματα ή να μετατοπιστεί προς ζητήματα δημόσιας τάξης, βίας και μετανάστευσης. Η έκβαση αυτής της αντιπαράθεσης επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο γίνονται αντιληπτές οι διαμαρτυρίες, τη δυνατότητα διεύρυνσης της κοινωνικής τους βάσης και την πολιτική αξιοποίηση της δυσαρέσκειας.

Το θέμα δεν είναι μόνο αν οι κινητοποιήσεις θα υποχωρήσουν ή θα συνεχιστούν, αλλά και αν θα αποκτήσουν διαρκή πολιτική και οργανωτική υπόσταση. Η επιτυχία τους δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το μέγεθος των διαδηλώσεων, αλλά από τη δυνατότητα να διατηρήσουν τη συμμετοχή, να διαμορφώσουν κοινωνική συνείδηση, να αρθρώσουν συγκεκριμένα, συλλογικά αιτήματα, να συγκροτήσουν συμμαχίες και να επιβάλουν μετρήσιμες αλλαγές. Η μετατροπή της κοινωνικής έκρηξης σε μακροπρόθεσμη πολιτική βαρύτητα παραμένει το βασικό επίδικο της συγκυρίας.

Το φάντασμα πλανάται πάνω από την Ευρώπη και πάλι, κατά πόσο θα μετουσιωθεί σε πολιτική αλλαγή με προοδευτική κατεύθυνση θα κριθεί προσεχώς, ιδιαίτερα εκεί που πλησιάζουν εκλογές. Το ίδιο το φάντασμα όμως υπενθυμίζει τις παθογένειες του κρισιακού και αυταρχικοποιημένου νεοφιλελευθερισμού και τους κοινωνικούς κραδασμούς που αυτές σχεδόν νομοτελειακά επιφέρουν. Προς το παρόν, ‘la beauté est dans la rue’. 

Tags:
Κοινοποιήστε:
Από
EL

Discover more from afoa.cy

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading