Η ουσία των καταγγελιών του υποψήφιου βουλευτή και η επαναθυματοποίηση της «Σάντη»
Έχουν περάσει πάνω από τρεις βδομάδες από τις καταγγελίες του Μακάριου Δρουσιώτη σχετικά με ένα κύκλωμα διαφθοράς, το οποίο σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα πραγματοποιούσε παρεμβάσεις σε διαδικασίες εκποίησης ακινήτων και σε δικαστικές αποφάσεις, καθόριζε διορισμούς ανώτατων αξιωματούχων και δωροδοκούσε διάφορα άτομα.
Όσα έχουν ακολουθήσει μετά τις καταγγελίες Δρουσιώτη ελάχιστα έχουν συνδράμει στην εξακρίβωση της αλήθειας. Αντιθέτως, μάλλον επικρατεί περισσότερη σύγχυση από όση είχε προκληθεί μετά τις πρώτες αναρτήσεις του υποψήφιου βουλευτή, καθώς ακολούθησαν καταθέσεις του άλλοτε δικηγόρου της «Σάντη» Νίκου Κληρίδη, συνέντευξη του δημοσιογράφου Στέλιου Ορφανίδη και δηλώσεις κρατικών αξιωματούχων στα ΜΜΕ σχετικά με τις έρευνες.
Για αυτή τη σύγχυση ευθύνονται κυρίως οι αρχές του κράτους, οι οποίες μέσω επιλεκτικών διαρροών προς συγκεκριμένα κυρίαρχα ΜΜΕ προσπάθησαν αρχικά να απαξιώσουν τον Δρουσιώτη και όσους βγήκαν να υποστηρίξουν τη διερεύνηση του περιεχομένου των σοβαρών καταγγελιών του. Στη συνέχεια όμως, για λόγους που ουδείς έχει αντιληφθεί, ο Νίκος Χριστοδουλίδης ζήτησε τη συνδρομή του FBI (με ποια δικαιοδοσία και με ποιους όρους εντολής κανείς δεν μας είπε), ενισχύοντας τις υποψίες πως βρίσκεται σε εξέλιξη μια προσπάθεια κουκουλώματος της υπόθεσης.
Στη σύγχυση αυτή, πάντως, συνέβαλε και ο ίδιος ο Δρουσιώτης, ρίχνοντας στην εξίσωση προσωπικές πληροφορίες για την πηγή του, οι οποίες μάλλον ελάχιστα αφορούν την ουσία των όσων καταγγέλλει. Σε αυτή του την προσπάθεια μάλιστα ο Δρουσιώτης, αλλά και οι αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, αγνόησαν παντελώς την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα της «Σάντη».
Διότι, αν όσα ανέφερε στην αρχική του ανάρτηση για τη «Σάντη» ο Δρουσιώτης ευσταθούν, τότε μιλάμε για θύμα κατά συρροήν σεξουαλικής κακοποίησης από παιδική ηλικία. Τα όσα ακολούθησαν με τη διαρροή προσωπικών στοιχείων και φωτογραφιών της, τα οποία αναπαράχθηκαν άκριτα στη δημόσια σφαίρα, αποτελούν ξεκάθαρη περίπτωση επαναθυματοποίησης. Αισχρότερο παράδειγμα της οποίας υπήρξε η συζήτηση μεταξύ των νομικών Χριστόφορου Χριστοφή και Νίκου Κληρίδη στο podcast “Legal Matters” στις 16 Απρίλη, όπου ο οικοδεσπότης ρώτησε τον φιλοξενούμενό του «αν η Σάντη ήταν ελκυστική» και «αν ήταν γυναίκα που του προκαλούσε το ενδιαφέρον».
Αν η ουσία της υπόθεσης αυτής αφορά εγκληματικές πράξεις από ένα διεφθαρμένο κύκλωμα δικαστών, πολιτικών και αξιωματούχων θα έπρεπε να είχε καταγγελθεί νωρίτερα, λαμβάνοντας όλα τα νομικά μέτρα ώστε να προστατευτεί η «Σάντη» και να οδηγηθεί η υπόθεση κακοποίησής της στη δικαιοσύνη. Υπενθυμίζουμε, ωστόσο, ότι ο Νίκος Κληρίδης είχε ο ίδιος προχωρήσει το 2019 σε καταγγελίες για διασυνδέσεις του δικαστικού σώματος με την Τράπεζα Κύπρου, μόνο διότι θεώρησε ότι ο αδερφός του και τότε γενικός εισαγγελέας, Κώστας Κληρίδης, υπήρξε θύμα άδικης κριτικής από τα ΜΜΕ, όταν οι δίκες για τη χρηματοπιστωτική κατάρρευση της Κύπρου έπεφταν η μία μετά την άλλη.
Και, βεβαίως, η μεγαλύτερη εικόνα αφορά γενικότερα το σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Ένα σύστημα τραγικά αναποτελεσματικό και βραδυκίνητο, που ευνοεί συστηματικά τους ισχυρούς, όπως έχουμε δει σε πολλές περιπτώσεις με τελευταίο παράδειγμα την αθώωση του Δημήτρη Συλλούρη και του Χριστάκη Τζιοβάνη για τα Cyprus Papers, και κυνηγά τους αδυνάτους για μικροπαραβάσεις.
Η υπόθεση με τις καταγγελίες Δρουσιώτη αναδεικνύει, επίσης, για άλλη μια φορά τη σύγκρουση συμφέροντος των επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας. Ο ρόλος των Γενικού και Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα τόσο ως νομικοί σύμβουλοι του κράτους όσο ως δημόσιοι κατήγοροι δεν μπορεί να συνεχιστεί γιατί έχει αποδειχτεί ξανά και ξανά ότι σε πολλές υποθέσεις είναι ασύμβατος.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι ο τρόπος με τον όποιο τυγχάνουν διαχείρισης οι καταγγελίες Δρουσιώτη, έχει συμβάλει -πολύ βολικά για την κυβέρνηση- στην πλήρη αποσιώπηση του “videogate”, καθώς η παραδοχή της Black Cube, της «ιδιωτικής Μοσάντ» όπως είναι γνωστή, ότι βρίσκεται πίσω από τη δημοσίευση πέρασε στα μουλωχτά, χωρίς κανένα σχόλιο από την κυβέρνηση η οποία διατεινόταν ότι το βίντεο αποτελούσε απόπειρα υβριδικού πολέμου εκ μέρους της Ρωσίας.