του Γρηγόρη Ιωάννου
Η πενταετία Τατάρ ήταν η πιο άγονη περίοδος στην ιστορία του Κυπριακού από τότε που υπάρχει. Ήταν ο μόνος Τουρκοκύπριος ηγέτης που εξάντλησε τη θητεία του χωρίς συνομιλίες. Αυτό δεν έγινε διότι εξέφραζε διχοτομικές θέσεις εκτός πλαισίου του ΟΗΕ – το ίδιο έκανε και ο Ραούφ Ντενκτάς και το ίδιο έκανε και ο Ντερβις Έρογλου. Και μάλιστα σε πολύ πιο δύσκολες για την ιδέα της διχοτόμησης εποχές. Αντίθετα μάλιστα με αυτούς, ο Τατάρ πέτυχε επίσημες ανακοινώσεις του ΟΗΕ να μην αναφέρονται σε ομοσπονδιακή λύση. Αλλά τελικά, και αυτός, όπως και ο Αναστασιάδης λίγο πριν, δεν κατάφεραν να αλλάξουν το πλαίσιο. Η ιδέα της διχοτόμησης ως μια “κυριαρχική ισότητα των κοινοτήτων” που προώθησε ο Τατάρ, είχε την ίδια τύχη με την ιδέα της ένωσης/προσάρτησης της Κύπρου στην Ελλάδα που προώθησαν οι Ελληνοκύπριοι ως “κυπριακή εθνική αυτοδιάθεση” τις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Βέβαια, σε αντίθεση με την ένωση/προσάρτηση της Κύπρου στην Ελλάδα που μοιάζει τώρα παλιό παραμύθι, η διχοτόμηση ως μόνιμη λύση του Κυπριακού παραμένει όχι απλώς στο τραπέζι, αλλά και ως η πιο πιθανή κατάληξη στο απώτερο μέλλον. Αλλά για την ώρα τουλάχιστον η επισημοποίηση της διχοτόμησης δεν έχει ακόμα επαρκή νομιμοποίηση εντός Κύπρου, ούτε εμφανή ωφέλεια στους εξωτερικούς παίχτες που να υπερβαίνει τα ρίσκα που αυτή εμπεριέχει έτσι ώστε να τους κάνει να την προωθήσουν αποφασιστικά.
Ξέρουμε ότι η εκλογή Ερχιουρμάν θα δώσει λογικά κάποια ώθηση για επανέναρξη συνομιλιών. Ξέρουμε, όμως, επίσης ότι η Τουρκία, μετά και το φιάσκο του Κρανς Μοντάνα, θεωρεί ότι η διχοτόμηση είναι τώρα πιο κοντά από ποτέ και δεν θέλει να δεσμευτεί στην ιδέα της ομοσπονδίας. Δεν ξέρουμε αν αυτό μπορεί να αλλάξει και τι θα μπορούσε να το κάνει να αλλάξει. Ξέρουμε ότι ο Χριστοδουλίδης είναι υπέρμαχος του στάτους κβο και ότι δεν επιθυμεί σε καμιά περίπτωση την ομοσπονδιακή επανένωση της Κύπρου. Ξέρουμε επίσης ότι σε αυτό συμφωνεί η μεγάλη πλειοψηφία της ε/κ πολιτικής ηγεσίας και τουλάχιστον η μισή ε/κ κοινότητα. Δεν ξέρουμε αν μπορούν να δημιουργηθούν τέτοιες συνθήκες που να κάνουν πλήρως ορατές τις συνέπειες μιας επισημοποιημένης διχοτόμησης και αν αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεταβολές της στάσης μιας μερίδας της ε/κ ηγεσίας και του ε/κ εκλογικού σώματος, και άρα να υπάρξουν προοπτικές, αν και όταν ξανά-ανοίξει η συζήτηση για την ομοσπονδιακή επανένωση που έκλεισε το 2017.
Ενώ ο πυρήνας του Κυπριακού παραμένει περίπου αναλλοίωτος από τη δεκαετία του 1950 που ξεκίνησε -‘εσωτερική ισορροπία διαμοιρασμού εξουσίας των δύο κοινοτήτων σε συνάρτηση με το εξωτερικό ισοζύγιο δύναμης Ελλάδας και Τουρκίας’-, το Κυπριακό σήμερα δεν είναι το ίδιο με αυτό που ήταν το 1980 ή το 2000 ή ακόμα και το 2015. Στην εξωτερική πτυχή, πέραν από την Ευρωπαϊκή Ένωση που λειτουργεί προς το παρόν υποβοηθητικά, αν μη τι άλλο στο να παραμείνει η συζήτηση στα πλαίσια του ‘ενός ομοσπονδιακού κράτους’, έχει πλέον προστεθεί και το Ισραήλ ως σημαντικός παράγοντας με επιρροή, που λειτουργεί ανασταλτικά προς την οποιαδήποτε ομαλοποίηση και υπέρ της διατήρησης του στάτους κβο. Στην εσωτερική πτυχή, το περιουσιακό έχει πλέον συρρικνωθεί ως κοινωνικο-οικονομικό μέγεθος και έχει υπαχθεί εντός μιας γενικότερης δημοσιονομικής και χρηματο-οικονομικής ρύθμισης σε εκκρεμότητα, και το εδαφικό υπό διαπραγμάτευση έχει επίσης συρρικνωθεί στο ζήτημα του μελλοντικού διοικητικού ελέγχου της νεκρής ζώνης, ίσως και μερικών χιλιομέτρων βόρειά της και ενός τμήματος του Βαρωσιού. Τέλος, το πληθυσμιακό ζήτημα, το λεγόμενο “ζήτημα των εποίκων’, έχει επίσης εν πολλοίς περιοριστεί στο πότε και στο πώς θα πάρουν την νέα κυπριακή υπηκοότητα, αν υπάρξει τέτοια, πέραν των 200 000 τουρκικής καταγωγής κάτοικοι του βορρά και πώς θα πολιτογραφούνται στο μέλλον οι τουρκικής και ελληνικής καταγωγής μετανάστες.
Με αυτά τα δεδομένα, δεν θεωρώ ότι μπορούμε να αναμένουμε κάποιες μεγάλες εξελίξεις στο Κυπριακό, τουλάχιστον μέχρι τις επόμενες ε/κ εκλογές. Και ακόμα και τότε, είναι μάλλον απίθανο να υπάρξει ουσιαστική αλλαγή στη στάση της ε/κ πολιτικής ηγεσίας. Από την άλλη πλευρά, η διεθνής κατάσταση είναι σήμερα πιο ρευστή από ό,τι ήταν στο παρελθόν και μπορεί εξωγενείς παράγοντες να θέσουν σε κίνηση κάποιες διαδικασίες. Είναι επίσης πιθανό να έχουμε και άλλες αλλαγές εντός του στάτους κβο – που μπορεί να έχουν θετικό αλλά και αρνητικό πρόσημο (π.χ., άνοιγμα οδοφραγμάτων, ένταξη στο Σιέγκεν, θέματα εμπορίου και εναέριου χώρου κ.λπ.). Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι οι διαχωριστικές δυναμικές επί του εδάφους και των δύο κοινοτήτων παραμένουν ισχυρές, όπως και η ροπή προς την άρνηση του όποιου συμβιβασμού, είτε επανενωτικού είτε διχοτομικού. Η πολιτική άρνηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τη μια, να ανοίξει το πολύπλοκο νομικό ζήτημα του προσδιορισμού της κυπριακής κυριαρχίας (και των συνεπαγωγών της διαίρεσής της) και, από τη άλλη, η πολιτική άρνηση της πλειοψηφίας του κυπριακού βορρά να δεχτεί την υπαγωγή και την ενσωμάτωσή του στην Τουρκία, κρατούν το ζήτημα ανοιχτό, τουλάχιστον μέχρι την επόμενη δεκαετία. Μέχρι τότε θα έχουν αποβιώσει οι εναπομείναντες με βιώματα πριν από το 1963 και θα έχουν μείνει λίγοι με βιώματα πριν από το 1974 σε προχωρημένη ηλικία. Οι τουρκικής καταγωγής κάτοικοι του βορρά θα είναι πλειοψηφία και εκλογικά στον βορρά, και συνολικά το πληθυσμιακό ισοζύγιο ελληνόφωνων – τουρκόφωνων κατοίκων της Κύπρου από το 65-35 περίπου που είναι σήμερα θα πλησιάσει πιο κοντά στο 50-50. Ποιος ξέρει; Πάντως το Κυπριακό του 2035 θα συζητιέται διαφορετικά από το Κυπριακό του 2025.