afoa.cy

Χρειάζεται Τούρκικη Μετάφραση

Κυπριακή Συνείδηση – Διάλογος για μια Εμπειρία Χωρίς Όνομα (Μπροσούρα ίσως από τις Εκδόσεις Τραίνο Στην Πόλη)

Ιστορικό Σημείωμα Αυτή η μπροσούρα εκδόθηκε το 1992, ίσως από τις Εκδόσεις Τραίνο Στην Πόλη. Κυκλοφόρησε ως απάντηση στη λογοκρισία που ακολούθησε την εκπομπή Χωρίς Πλαίσια του ΡΙΚ στις 4 Ιούλη του 1992. Περιεχόμενο Η Κυπριακή ταυτότητα Χωρίς Πλαίσια Τα δυο κείμενα που ακολουθούν θα έπρεπε κανονικά να είχαν δημοσιευτεί την άνοιξη του 1992 μετά την εκπομπή Χωρίς Πλαίσια της 7ης Απριλίου στην οποία εμφανίστηκε ο Αντρέας Παναγιώτου και δήλωσε ότι νοιώθει Κύπριος και όχι Έλληνας. Αυτά τα κείμενα με τη μορφή ενός διαλόγου συνεχίζουν τη συζήτηση που έγινε σε εκείνη την εκπομπή για την Κυπριακή ταυτότητα. Το μεν κείμενο του κ. Καζαμία αμφισβητεί την ουσία αλλά και εκφράζει ανησυχίες για τις συνέπειες της ύπαρξης της κυπριακής ταυτότητας, ενώ το κείμενο του κ. Παναγιώτου τεκμηριώνει την ιστορικότητα της κυπριακής ταυτότητας και με τη σειρά του αμφισβητεί τη δήθεν φυσική ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού στην Κύπρο παρουσιάζοντας τις εθνικές/πολιτιστικές ταυτότητες σαν ιστορικά συγκεκριμένα, κοινωνικά φαινόμενα. Το ότι η συζήτηση δεν έγινε την περασμένη άνοιξη παρά την πρό(σ)κληση του κ. Παναγιώτου είναι ενδεικτικό της ατμόσφαιρας που επιβληθηκε τότε. Μετά από 32 χρόνια ανεξάρτητου βίου η κοινωνία δε φαίνεται να έχει δημιουργήσει ακόμα τους αναγκαίους μηχανισμούς αντίστασης στην πνευματική τρομοκρατία. Την άνοιξη του 92 η κυπριακή κοινωνία βρέθηκε αιχμάλωτη και άφωνη μπροστά σε μια ενορχηστρωμένη εκστρατεία λογοκρισίας από τους νέο-εθνικόφρονες του Ελληνισμού. Είναι καιρός, πιστεύουμε, η κυπριακή κοινωνία να αρχίσει να διεκδικεί έμπρακτα και ένος άλλους είδους ανεξαρτησία, πέρα από την πολιτική. Την ανεξαρτησία, του λόγου και της συνείδησης απ΄ τις ελίτ της εξουσίας που χρησιμοποιούν την «Ελληνισμό» (ή τον «Τουρκισμό») σαν τον κυρίαρχο λόγο για να κρατούν τους κύπριους σε κατάσταση αποικιοκρατούμενου πληθυσμού. Γιατί αυτό που αποκάλυψαν ξεκάθαρα οι αντιδράσεις και η λογοκρισία που επιβλήθηκε στις κυπροκετρικές απόψεις την περασμένη άνοιξη, ήταν ότι ο «νεοελληνισμός» στην Κύπρο δεν είναι μόνο μια πολιτιστική ταυτότητα – που είναι βέβαια απόλυτα σεβαστή σαν τέτοια – είναι ταυτόχρονα και ο λόγος της εξουσίας. Η δήλωση «Η Κύπρος είναι ελληνική» δεν εκφράζει την κοινωνία – αντίθετα επαναλαμβάνεται με τόσο πάθος γιατί πρέπει να επιβληθεί στην κοινωνία. Και είναι ακριβώς γι’ αυτό το λόγο που η κυπριακή ταυτότητα δημιουργεί τόσο φόβο στους κρατούντες ώστε να προσπαθούν να την εξορκίσουν με κάθε τρόπο – με την παραπληροφόρηση, τη λογοκρισία, τις απειλές. Γιατί η Κυπριακή ταυτότητα, σ’ αυτή την συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, εκφράζει την αίσθηση αξιοπρέπειας των κυπρίων – την επιθυμία τους να καθορίσουν μόνοι τους τη ζωή τους χωρίς να νοιώθουν οι φτωχοί επαρχιώτες συγγενείς σε μια αποικία του εθνικού κέντρου (είτε Αθήνα, είτε Άγκυρα λέγεται). Είναι ταυτόχρονα και η ιστορική συνέχεια μιας καταπιεσμένης εκδοχής της κυπριακής ιστορίας που βλέπει την Κύπρο σαν ένα μωσαϊκό πολιτισμό με κοινούς αγώνες των καταπιεσμένων ενάντια στις ελίτ. Η Κυπριακή ταυτότητα σήμερα έχει διαμορφωθεί σαν ο κατ’ εξοχήν αντί-εθνικιστικός λόγος στην Κύπρο μια και διεκδικεί μια γεωγραφική και ιστορική ταυτότητα που είναι κοινή τόσο για τους Ελληνόφωνους όσο και για τους Τουρκόφωνους. Και επειδή ακριβώς αμφισβητεί την ηγεμονία του εισαγόμενου εθνικιστικού λόγου (που για 100 χρόνια τώρα κρατά την κοινωνία αιχμάλωτη στο επίπεδο του νηπίου ή της αποικίας), αποτελεί και ένα λόγο αντίστασης στην εξουσία. Είναι γι’ αυτό ακριβώς το λόγο που η καταδίκη και οι τελετές εξορκισμού της κυπριακής ταυτότητας απ’ το κράτος, τους εκπρόσωπους της εξουσίας και τους δημοσιογράφους (οι δημοσιογράφοι του ΡΙΚ λ.χ. απαίτησαν από μόνοι τους την κατάργηση της εκπομπής «Χωρίς Πλαίσια») δεν θα έπρεπε να ξενίσουν. Όλοι αυτοί (όπως και ο Έλληνας πρέσβης) υπερασπίζονται την ιδεολογία που νομιμοποιεί την εξουσία τους απέναντι στους κυπρίους. Αυτούς τους ιθαγενείς που δεν μπορούν καν να μιλήσουν «κανονικά» ελληνικά που «δεν ξεχνούν» ούτε τα ελληνικά εμβατήρια της 15ης του Ιούλη ούτε τις μόνιμες παρεμβάσεις του Τούρκικου και Ελληνικου κράτους στην Κυπριακή κοινωνία. Που δεν ξεχνούν ούτε την συμβίωση ούτε τους κοινούς αγώνες Ελληνόφωνων και Τουρκόφωνων, ούτε τους νεκρούς συνδικαλιστές που δολοφονήθηκαν απ’ τους εθνικιστές και των δύο κοινοτήτων. Είναι αυτή τη μνήμη και αυτή την εμπειρία που πρέπει να εξορκίζει η εξουσία στο όνομα του εθνικού κινδύνου. Τα κείμενα αυτά δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο του 1992 στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» και αποτελούν μέρος ενός γενικότερου διαλόγου που έγινε στην εφημερίδα με αφορμή ένα άρθρο του Νεοκυπριακού συνδέσμου και την εκπαίδευση. ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΚΥΠΡΟΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 1992 Η Κυπριακή ταυτότητα είναι γέννημα των ιστορικών εμπειριών του τόπου Του κοινωνιολόγου Αντρέα Παναγιώτου Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ ταυτότητα παραμένει φαίνεται η ανομολόγητη πραγματικότητα του σήμερα στην Κύπρο – και ίσως το κλειδί για το μέλλον της. Αλλιώς δεν θα υπήρχε λόγος για τις υστερίες που παθαίνουν κατά καιρούς διάφοροι (κατά τα άλλα) ευγενείς Ελληνοπαθείς ή Τουρκοπαθείς με αυτό το φάντασμα που λέγεται «νεοκύπριοι» ούτε για τη λογοκρισία (σε στυλ ιεράς εξέτασης) που επιβάλλουν κατά καιρούς στις κυπροκεντρικές απόψεις. Φαίνεται ότι παρά τις τόσες αναγνώσεις πολλοί Ελληνοκεντρικοί – που θα έπρεπε να ξέρουν περισσότερα – δεν έχουν καταλάβει το στίχο του Βασίλη Μιχαηλίδη για την καταπίεση των ιδεών και της πολιτιστικής ταυτότητας: «Το νιν αντάν να τρώει τη γη, τρώει τη γη θαρκέται / μα πάντα τζιείνο τρώεται, τζιαι τζιείνο καταλιέται»/ Η Κυπριακή ταυτότητα δεν πρόκειται να εξαφανιστεί με την καταπίεση, τη λογοκρισία και την παραπληροφόρηση. Απλά θα μείνει στα υπόγεια για ένα διάστημα. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνούν ότι μια μέρα αποφασιστικής μεταλλαγής πολλών στον κυπροκεντρισμό, ήταν η 15 Ιουλίου 1974, όταν μερικοί άλλοι έλπιζαν ότι επιβάλλοντας τις γαλανόλευκες με τη βία θα έσβηναν την ιστορική μνήμη αυτού του τόπου. Σ’ αυτά τα πλαίσια το άρθρο του κ. Καζαμία (24-25/8/92), με το οποίο απαντά στις απόψεις του Νεοκυπριακού Συνδέσμου για την εκπαίδευση ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Πρώτον το άρθρο είχε σοβαρά επιχειρήματα – κάτι στο οποίο δεν μας έχουν συνηθίσει τελευταία οι Ελληνοκεντρικοί που φαίνονται να ικανοποιούνται στην επανάληψη συνθημάτων, αφορισμών και απαιτήσεων να μιλούνε μόνο αυτοί. Και εδώ έγκειται και η δεύτερη έκπληξη: ότι ο κ. Καζαμίας επιζητεί το διάλογο. Θεωρώ τα επιχειρήματα του κ. Καζαμία σημαντικά και πέρα απ’ την εκπαιδευτική πολιτική, γι’ αυτό θα διευρύνω συνειδητά τη συζήτηση. Τα επιχειρήματα του είναι μια εκλεπτυσμένη και αναλυτικά προσεγμένη παρουσίαση της Ελληνοκεντρικής άποψης για την κυπριακή ταυτότητα: ό,τι δηλαδή, είναι κάτι το «φτιαχτό» (αντί κάτι το «φυσικό», όπως το έθνος

Κυπριακή Συνείδηση – Διάλογος για μια Εμπειρία Χωρίς Όνομα (Μπροσούρα ίσως από τις Εκδόσεις Τραίνο Στην Πόλη) Read More »

Ο απαγορευμένος έρωτας

Το 1992 η κυπριακή κοινωνία πέτυχε ένα ακόμη ιστορικό συμβιβασμό – παλιά μου τέχνη κόσσιηνο που λαλούμε αγαπητοί συντοπίτες. Μετά τις συνεχείς προσφυγές του κ. Μοδινού στο συμβούλιο της Ευρώπης για το νόμο που ποινικοποιεί την ανδρική ομοφυλοφιλία (τις γυναίκες τις ξέχασαν, όπως πάντα) στην Κύπρο, το ένα και μοναδικό κυπριακό κράτος κατέληξε στην εξής διατύπωση: Να μην αλλάξει ο νόμος αλλά και να μην εφαρμόζεται. Ετσι ικανοποιούνται και οι Ευρωπαίοι και οι ντόπιες ευαισθησίες του ανδρικού έθνους. Ο πόνος των ετεροφύλων ήταν εμφανής. Ο αρχιεπίσκοπος και τα προσφυγικά σωματεία που τον περιβάλλουν (ελεύθερο Μπέλαμπάίς και πάει) ξεκαθάρισαν με σαφήνεια ότι η νομιμοποίηση της ομοφιλοφιλίας θα υπονόμευε το εθνικό αγωνιστικό φρόνημα. Ένας οργισμένος ετερόφυλος πήρε τηλέφωνο σε μια ραδιοφωνική εκπομπή για να αναφωνήσει με εμφανή απόγνωση στη φωνή του – «μα τζαι τους πούστηες ρε κουμπάρε… καλάν ούλλα τα άλλα… αμμά τζαι τούτο;». Όϊ καλό παίζουμε. Και όμως το εντυπωσιακό της αγωγής του κ. Μοδινού ήταν η σχετική ανοχή με την οποία αντιμετωπίζεται τώρα τόσο απ’ την πλειοψηφία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης όσο και απ’ τον κόσμο. Σίγουρα το κουράγιο του ανθρώπου είναι συγκινητικό. Αποτελεί μια από εκείνες τις λίγες ακόμα περιπτώσεις ατόμων στην κυπριακή κοινωνία που τολμούν να στέκονται όρθιοι απέναντι στην κούφια ηθικολογία της πλειοψηφίας, ή τουλάχιστον αυτών που μιλούν εκ μέρους της πλειοψηφίας. Και όντως μετά από μερικά χρόνια είναι φανερή μια αύξηση της ανοχής στην κοινωνία. Άλλωστε το επιχείρημα του ήταν και είναι αδίσταχτο για μια κοινωνία που είναι υποτίθεται ευαίσθητη σε θέματα δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων: «Είμαι ομοφυλόφιλος και δεν μπορώ να αλλάξω – άρα τι θα γίνει;». Η έμφαση στη βιολογική ρίζα της ομοφυλοφιλίας σ’ αυτό το στάδιο ίσως να είναι απαραίτητη. Αν είναι θέμα επιλογής ή ψυχολογίας τότε θα μπορεί κάποιος να πει ότι πρέπει ο ομοφυλόφιλος να αλλάξει – ενώ η βιολογία είναι τελεσίδικη. Το θλιβερό ωστόσο ήταν η απουσία δυναμικής συμπαράστασης στο Μοδινό, όχι μόνο απ’ τους ομοφυλόφιλους αλλά και απ’ τους ετερόφυλους. Σε τελική ανάλυση η καταπίεση της ομοφυλοφιλίας είναι το επιστέγασμα μιας διαδικασίας ακρωτηριασμού του ερωτισμού σε καλουπωμένα γενετήσια πλαίσια. Δεν είναι εδώ ο χώρος για μια εκτενή ανάλυση της σεξουαλικής καταπίεσης αλλά δεν χρειάζεται και ιδιαίτερη ευφυΐα για να αντιληφθεί κανένας ότι ο εγκλωβισμός της ερωτικής πράξης στην εισδοχή του πέους (βίλλου) στο αιδοίο (πούττο) είναι μια εξουσιαστική ιδεολογία, για τη στήριξη της πατριαρχικής ανέραστης οικογένειας. Ο αγώνας των ομοφυλοφίλων στην συμβολική του διάσταση είναι και ένας αγώνας για τη διεύρυνση των ερωτικών δυνατοτήτων του ανθρώπου. Αλλά και πιο πρακτικά – είναι απαράδεκτο να καθόμαστε και να φωνάζουμε για τα δικαιώματα των πολιτών όταν δεν έχουμε το κουράγιο να υποστηρίξουμε το γνωστό μας που παλεύει ακόμα να δεχτεί την ομοφυλοφιλία του/της. Τέλος πάντων, με τέτοιες και άλλες σκέψεις την άνοιξη του ’92 δημιουργήθηκε στη Λεμεσό μια επιτροπή ομοφυλοφίλων και ετεροφύλων για την κατάργηση της νομοθεσίας. Μας είχε πιάσει τότε και το πατρωτικό μας – «ε κανεί, σιόρ να μας επιβάλλουν οι Ευρωπαίοι νόμους. Ας αλλάξουμε το νόμο μόνοι μας». Τελικά η επιτροπή μετά από μια αρχική εκστρατεία συλλογής υπογραφών και αποστολής γραμμάτων στο προεδρικό και στη Βουλή διασπάστηκε και υποτόνισε λόγω (ε, για τι άλλο;) εθνικού προβλήματος. Επήλθε ρήξη Ελλήνων και Κυπρίων (βασικά αποχώρησαν οι Ελληνες) μετά το «Χωρίς Πλαίσια» του Απρίλη και έτσι έμεινε πάλι ο Αρχιεπίσκοπος να καθορίζει την εθνική πολιτική στο πως θα κάνει έρωτα ο κόσμος. Από την άλλη ήταν εμφανής και μια απροθυμία των ιδίων των ομοφυλοφίλων να δραστηριοποιηθούν. Είχε δημιουργηθεί έτσι και αλλιώς, μια σχετικά ιδιόμορφη κατάσταση και πριν από την κυβερνητική απόφαση. Στη Λεμεσό, σε κυπριακά πλαίσια, μπορεί να πει κανείς ότι υπάρχει μια gay υποκουλτούρα με μπαράκια, πιάτσες, στέκια κ.λ.π. Είναι μια υποκουλτούρα που απολαμβάνει μια σχετική ανοχή – σχετική γιατί όσο η ομοφυλοφιλία δεν είναι κάτι το αποδεχτό ο μέσος ομοφυλόφιλος θα είναι θύμα είτε εκμετάλλευσης, είτε βίας από την αστυνομία. Πιο βασικά ωστόσο, όπως παρατηρεί και ο Π.I., που ήταν ιδρυτικό μέλος της επιτροπής, στο άρθρο που ακολουθεί, το κεντρικό πρόβλημα είναι η διαμόρφωση και αποδοχή μιας ομοφυλόφιλης ταυτότητας σαν κάτι το «φυσιολογικό». 22 Απριλίου 1992: Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάσισε ότι η Κυπριακή νομοθεσία για την ομοφυλοφιλία είναι εκτός των πλαισίων της Ευρωπαϊκής σύμβασης για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ο κ. Μοδινός δικαιώθηκε. Και τώρα;

Ο απαγορευμένος έρωτας Read More »

Υπάρχει μια μη αποικιακή γλώσσα στην Κύπρο; Και αν ναι, θα έπρεπε όλοι να μιλάμε στην Ετεοκυπριακή; (Ηλεκτρονικό Άρθρο απο ιστοσελίδα  “Kontrasusta “)

Ιστορικό σημείωμα Αυτό το ηλεκτρονικό άρθρο δημοσιεύτηκε τον Νοέμβρη του 2017 στην ιστοσελίδα Kontrasusta. Περιεχόμενο Is there a non-colonial language in Cyprus? And if yes, should we all speak Eteo-Cypriot? published on November 22, 2017 by nvp No one can argue that language is not, at a certain level of analysis, a political tool. People in Cyprus intuitively know this, and that’s why I won’t go into the theory, but instead focus on the practical. Language is political, and we, as individuals and groups, are doing politics. Sometimes consciously, other times less so. This website was also created by a series of political decisions, some of which quite conscious (it is a website which doesn’t limit itself to one part of Cyprus, even though the default option is to segregate). It is, among other things, a spiritual successor of an older political project, the 35-33 Media Collective, but it’s not the same as 35-33 for many reasons. Among them: language policy. The 35-33 website was trilingual, in Greek, Turkish, and English — that was a very explicit decision, and one that failed to be implemented in practice. Kontrasusta consciously doesn’t take a stance on language. It doesn’t have separate language versions, it doesn’t aspire to make every article available in multiple languages, it generally avoids setting clear-cut boundaries. As a result, it accepts that English is its predominate language because this is what its people currently want. What for 35-33 was a failure to follow through and implement, for Kontrasusta is not a problem. But in my experience doing politics in the progressive milieu of Cyprus, the use of English is not entirely uncontroversial. I have sympathy for some reasons and I am frustrated by others, and I think that Kontrasusta’s early days is a good opportunity to discuss this. The reason that I consider the least legitimate is that which presents English in Cyprus as a colonial language, and therefore undesirable, especially in the political groups you will find me working with (even at the cost of losing a catchy slogan for the next banner we will march under). Of course, English was the language of the administration during the British colonial rule. The British did introduce it in the Greek and Turkish educational systems of Cyprus as a second language without a lot of success though, and after the Republic of Cyprus was proclaimed, English remained dominant in the areas of law and trade. But it never become a threat to the local languages, in the way it did in settler-colonies like the US, Australia, and Ireland (yes, Ireland too). And across the world, with many languages dying every month, the culprit is not the international nature English, but the languages of stronger socio-political groups around them. This is important, keep it in mind while reading what follows. Usually this negative reaction to English is followed by a suggestion to use both Greek and Turkish in our material, or at the very least, to use shared words, or mix the two (Bırleşık Κύπρος Parkı, never forget!). This is in itself a political statement, and one I totally agree with. But is Greek and Turkish really non-colonial languages in the context of Cyprus? Speakers of Cypriot Greek feel it in their bones that Hellenic Greek was imposed on them through the educational system by the use of force, psychological and quite often physical too (and the theoretical linguist in me also wants to point it out that it wasn’t even imposed with serious pedagogical methods that had any chance to produce learning outcomes). Hellenic Greek, or rather an approximation of it produced by teachers who also never acquired it, is mostly the language of Greek nationalism in Cyprus. For very few Cypriots is Hellenic Greek a native language, one acquired without long-lasting trauma (and those people acquired Hellenic Greek by either living in Greece, or having Hellenic Greek family members, not through the educational system of Cyprus). But that’s not the end of it. Greek in Cyprus claimed a lot more victims. Contrary to the bi-communal Imaginary, Cyprus was never reciprocally bilingual (reciprocal bilingualism is by far not the norm, ask a Flemish person for the long version of this). While a lot of different communities lived together in Cyprus, Greek (notably, vernacular Cypriot Greek), was the hegemonic language for a very long time, and it wasn’t threatened by any colonial ruler. You can see in Issue 9 of Syspirosi’s Entropia Magazine how Cypriot Greek was widely spoken by Turkish Cypriots, while the opposite was rare – very few Greek Cypriots were ever bilingual. In the same issue you can also read how the Greek of the nationalist educational system was imposed upon the Cypriot Maronites, driving their native Sanna, a Levantine Arabic language, to near-extinction. “The Third Motherland” is an excellent documentary that touches upon this issue too. So Greek, even Cypriot Greek, is as colonial as English, and we don’t have enough fluent speakers of Sanna to organise with. But Turkish is okay, right? You know it’s not. Turkish was also imposed upon a lot of Turkish Cypriots during the several rounds of nationalist violence. Socially hegemonic as it was, Cypriot Greek was either the only native language of many Turkish Cypriots 50 years ago, or their more fluent language among those available to them. Turkish nationalism, much like Greek, also imposed linguistic homogeneity. There’s also Cypriot Turkish of course, for which I am not qualified to talk, but which seems not to be stubborn enough, unlike Cypriot Greek which simply refuses to die. The Cypriot Sign Language is also facing pressure from spoken languages, especially the dominant Greek and Turkish, because of the unfortunate assimilationist stance of many in the Deaf Community and the wider society, who limit the ability of Deaf children to acquire a native language, instead expecting them to find a way to learn a spoken language through lip-reading, much later in life, and with horrificly low success rates, for pretty obvious reasons. Western

Υπάρχει μια μη αποικιακή γλώσσα στην Κύπρο; Και αν ναι, θα έπρεπε όλοι να μιλάμε στην Ετεοκυπριακή; (Ηλεκτρονικό Άρθρο απο ιστοσελίδα  “Kontrasusta “) Read More »

Reading the Riot Act: Το Αντιλαϊκό Ποινικό Αδίκημα της Οχλαγωγίας και ο Αναχρονιστικός Ποινικός Κώδικας της Κύπρου (Ηλεκτρονικό Άρθρο) της Νομικής Συλλογικότητας “Αντινομία”

Ιστορικό σημείωμα Αυτό το ηλεκτρονικό άρθρο δημοσιεύτηκε στις 09/09/21 από την Συλλογικότητα Νομικών Αντινομία, στην ιστοσελίδα dikaiosyni.com. Περιεχόμενο Reading the Riot Act: Το Αντιλαϊκό Ποινικό Αδίκημα της Οχλαγωγίας και ο Αναχρονιστικός Ποινικός Κώδικας της Κύπρου 1. Εισαγωγή Στις 13 Φεβρουαρίου 2021, στην πρώτη διαδήλωση του Ως Δαμέ, η αστυνομία επιδόθηκε σε μια άνευ προηγουμένων βίαιη καταστολή της διαδήλωσης, παρά τον ειρηνικό της χαρακτήρα. Υπό το βάρος της δημόσιας κατακραυγής που ακολούθησε, ξεκίνησε η αυτεπάγγελτη έρευνα από την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας (ΑΑΔΙΠΑ) για ποινικές ή/και πειθαρχικές ευθύνες της αστυνομίας. Ενόσω εκκρεμεί το πόρισμα της ΑΑΔΙΠΑ, το οποίο (και αυτό) θα τεθεί υπό την απόλυτη διακριτική ευχέρεια του Γενικού Εισαγγελέα, ακόμα κανένας δεν έχει αναλάβει την πολιτική ευθύνη για την, εν δυνάμει, δολοφονική βία της αστυνομίας και τον τραυματισμό διαδηλωτών/τριών, εκ των οποίων η Αναστασία αντιμετωπίζει μόνιμη βλάβη στην όραση της. Όμως, αν και παράνομη, η όλη συμπεριφορά της αστυνομίας στις 13 Φεβρουαρίου δεν ήταν εν κενώ δικαίου. Η αστυνομία επικαλέστηκε τα άρθρα 70 με 76 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου (ΚΕΦ.154) (Ποινικού Κώδικα ή ΠΚ) που δημιουργούν το ποινικό αδίκημα της «οχλαγωγίας» (στο αγγλικό κείμενο “riot”). Όπως θα αναπτυχθεί και πιο κάτω, το αδίκημα της «οχλαγωγίας» είναι μια απαράδεκτη αντιλαϊκή δαμόκλειος σπάθη πάνω από τους διαδηλωτές, που δεν είναι απλά ένα αποικιοκρατικό κατάλοιπο του, ούτως ή άλλως, απαρχαιωμένου Ποινικού Κώδικα, αλλά έλκει την προέλευση του από ένα -ακόμα και για τα δεδομένα του κυπριακού ΠΚ- παλιό αγγλικό νόμο (Riot Act) που τέθηκε σε ισχύ το 1715(!) και από το ακόμα παλαιότερο αδίκημα του κοινοδικαίου (common law offence) της οχλαγωγίας [2]. 2. Ιστορικά Καταρχάς, για τη σχέση των αδικημάτων του κοινοδικαίου της παράνομης συνάθροισης και της οχλαγωγίας, που προϋπάρχουν του Riot Act [3], αναπτύχθηκε συζήτηση ήδη από τον 18ο αιώνα μεταξύ των Hawkins και Blackstone καθώς ο πρώτος αντιλαμβανόταν το αδίκημα της παράνομης συνάθροισης με μια ευρύτερη έννοια [4]. Πάντως, σε σχέση με το αδίκημα της οχλαγωγίας, ο Blackstone είχε θέσει στην αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος (actus reus) τη χρήση βίας και παράλληλα αφαίρεσε από την υποκειμενική του υπόσταση (mens rea) την προϋπόθεση του κοινού σκοπού των συναθροισμένων [5]. Όμως, φαίνεται πως, τουλάχιστον κατά τον 20ο αιώνα, η νομολογία δεν θεωρούσε απαραίτητο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος τη χρήση βίας, εφόσον από την όλη συμπεριφορά δημιουργείτο φόβος σε τρίτους (terrorem populi) [6]. Παράλληλα, τo Riot Act του 1714 εισήχθη εν μέσω μιας περιόδου αναταραχών στη Μεγάλη Βρετανία και σκοπός του ήταν να δημιουργήσει μια νέα διαδικασία κατά την οποία εκπρόσωπος του βασιλιά μέσω προκήρυξης θα καλούσε το συγκεντρωμένο πλήθος να διαλυθεί εντός συγκεκριμένης χρονικής διορίας και σε περίπτωση που το πλήθος δεν διαλύετο, η αστυνομία θα το διέλυε με κάθε τρόπο, ενώ οι συγκεντρωμένοι θα διέπρατταν πλέον και το βαρύτερο αδίκημα της «οχλαγωγίας μετά την προκήρυξη». Ο εν λόγω νόμος ήταν σε ισχύ για 252 χρόνια μέχρι και την κατάργησή του το 1967 με το Criminal Law Act 1967 (c.58) [7]. Παρομοίως, σε σχέση με το αδίκημα της οχλαγωγίας που προέρχετο από το κοινοδίκαιο, το 1986 ψηφίστηκε στην Αγγλία η κατάργηση και η αντικατάστασή του με ένα νέο αδίκημα [8]. Στη διάταξη του «νέου» νόμου του 1986 η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της οχλαγωγίας έχει γίνει πιο συγκεκριμένη και προϋποθέτει τη χρήση βίας [9]. Ενώ λοιπόν στο Ηνωμένο Βασίλειο η σχετική διάταξη έχει τροποποιηθεί εδώ και 35 χρόνια και η διαδικασία της προκήρυξης έχει καταργηθεί εδώ και 54 χρόνια, στην κυπριακή έννομη τάξη διατηρείται ζωντανή, όχι μόνον τυπικά, αλλά όπως μαρτυρεί η βίαιη καταστολή της 13ης Φεβρουαρίου, το 307 ετών πνέυμα του “Riot Act” παραμένει ζωντανό και ουσιαστικά. Δυστυχώς, το υπό συζήτηση αδίκημα δεν είναι το μοναδικό παράδειγμα αναχρονιστικής διάταξης αποικιοκρατικής προέλευσης που εντοπίζεται στον κυπριακό Ποινικό Κώδικα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το πρόσφατα τροποποιηθέν άρθρο για το βιασμό, που, μεταξύ άλλων, διέκρινε στη βάση του φύλου. Βέβαια, οι αντιφάσεις και τα κενά που άφησε πίσω της η πρόσφατη τροποποίηση του εν λόγω άρθρου [10] πιθανόν να υποδεικνύουν και την ανάγκη συνολικής επεξεργασίας και υιοθέτησης ενός νέου, σύγχρονου ποινικού κώδικα, αντί των αποσπασματικών τροποποιήσεων. Μια σημαντική συζήτηση η οποία προφανώς εκφεύγει των ορίων του παρόντος κειμένου [11]. 3. Η Οχλαγωγία στον Ποινικό Κώδικα Ο επηρεασμένος από το κοινοδίκαιο διευρυμένος ορισμός του αδικήματος της οχλαγωγίας και η διαδικασία της προκήρυξης, κατάλοιπο του Riot Act, εντοπίζονται στον ποινικό κώδικα πολλών πρώην αποικιών του Ηνωμένου Βασιλείου, με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα των Σεϋχελλών να παρουσιάζουν μια ιδιαίτερη ομοιότητα [12]. Στον κυπριακό Ποινικό Κώδικα σχετικά είναι τα άρθρα 70-76. Το άρθρο 70 ορίζει τα αδικήματα της παράνομης συνάθροισης και της οχλαγωγίας: 70. Παράνομη είναι η συνάθροιση πέντε ή περισσότερων προσώπων συναθροισμένων με πρόθεση να διαπράξουν κάποιο ποινικό αδίκημα, ή τα οποία συναθροίστηκαν με πρόθεση να εκτελέσουν κάποιο κοινό σκοπό, συμπεριφέρονται με τέτοιο τρόπο που διεγείρει στα πρόσωπα που βρίσκονται στην περιοχή εύλογο φόβο ότι συναθροίστηκαν με αυτό τον τρόπο με σκοπό να διασαλεύσουν την ειρήνη ή ότι με τέτοια συνάθροιση άσκοπα και χωρίς επαρκή λόγο προκαλούν άλλα πρόσωπα σε διασάλευση της ειρήνης. Η συνάθροιση είναι παράνομη και αν ακόμη άρχισε αυτή ως νόμιμη, αν οι συμμετέχοντες σε αυτή που συναθροίστηκαν συμπεριφέρονται για κοινό σκοπό σύμφωνα με τον τρόπο που αναφέρεται πιο πάνω. Όταν η παράνομη συνάθροιση άρχισε να επιτελεί το σκοπό είτε δημόσιας είτε ιδιωτικής φύσης, για τον οποίο συναθροίστηκε, για διασάλευση της ειρήνης και προς τρόμο του κοινού, η συνάθροιση χαρακτηρίζεται ως οχλαγωγία, αυτοί που συναθροίστηκαν θεωρούνται ότι συναθροίστηκαν οχλαγωγικά. Η χρησιμοποίηση αόριστων νομικών εννοιών όπως η προϋπόθεση να προκαλείται σε τρίτους «εύλογος φόβος» ότι οι συναθροισμένοι έχουν ως κοινό σκοπό τη «διασάλευση της ειρήνης» θέτει τα εν λόγω αδικήματα υπό τον έλεγχο μιας καθαρά πολιτικής αξιολογικής κρίσης. Αν και η χρήση αυτών των αόριστων νομικών εννοιών εμφανίζεται και σε άλλα άρθρα του Ποινικού Κώδικα [13], η χρήση τους στο άρθρο 70 είναι ιδιαίτερα προβληματική, ενόψει της φύσης του εν λόγω άρθρου. Ως ένας από τους κατεξοχήν τρόπους πολιτικής έκφρασης των πολιτών, η διαδήλωση δεν μπορεί να είναι υποκείμενη αυθαίρετων περιορισμών πολιτικού χαρακτήρα. Άλλωστε σε μια ταξική κοινωνία με συγκρουόμενα συμφέροντα, έννοιες όπως η «διασάλευση της ειρήνης» μπορούν να

Reading the Riot Act: Το Αντιλαϊκό Ποινικό Αδίκημα της Οχλαγωγίας και ο Αναχρονιστικός Ποινικός Κώδικας της Κύπρου (Ηλεκτρονικό Άρθρο) της Νομικής Συλλογικότητας “Αντινομία” Read More »

Kυπριακή συνείδηση του Κωστή Αχνιώτη

Το κείμενο αυτό είναι η ομιλία μου σε εκδήλωση που οργάνωσε το περιοδικό μας στη Πύλη Αμμοχώστου. Στην ίδια εκδήλωση μίλησε ο Mehmet Υίasίn, για την «Τουρκοκυπριακή ταυτότητα στη λογοτεχνία». Την ομιλία του Υίasίn θα δημοσιεύσουμε στο ερχόμενο τεύχος, στο οποίο θα υπάρχει ένα αφιέρωμα για τους Τουρκοκυπρίους. Θα απαντήσουμε τότε και σε διάφορα άρθρα των εφημερίδων για την εκδήλωση. Κωστής Αχνιώτης Κατ’ αρχή διευκρινίζω ότι αντιλαμβάνομαι την έννοια συλλογική συνείδηση (και το περιεχόμενό της) όχι σαν σταθερή και αμετάβλητη και φυσικά δεν της αποδίδω διαστάσεις φυσικής αρχής. Η συλλογική συνείδηση όπως και κάθε έννοια κοινωνική είναι μεταβλητή και ακολουθεί τις μεταβαλλόμενες ανάγκες μιας κοινωνίας. Η μεταβλητότητα αυτή δεν είναι βέβαια καθόλου μηχανιστική. Το εποικοδόμημα μπορεί να επενεργεί πάνω στη κοινωνική εξέλιξη δραστικά. Για παράδειγμα η εμφάνιση της βιομηχανίας διαμορφώνει το σύνολο εργάτες που είναι δυνατόν να αποτελούν φορέα της εργατικής συνείδησης. Η εργατική συνείδηση είναι εν δυνάμει κοινή για όλες τις χώρες και μπορεί να καθορίσει το σύνολο των εργατών του κόσμου. Φυσικά η αντίληψη αυτή είναι μακροσκοπική. Άλλα κριτήρια, όπως η επιμέρους συνείδηση επενεργούν διαμορφώνοντας αντιτιθέμενα υποσύνολα. Για τις ανάγκες του κειμένου αποκαλώ Κυπριακή Συνείδηση, τη συνείδηση τής Κυπριακής Ανεξαρτησίας. Ο φορέας της είναι όσοι Κύπριοι πιστεύουν στην Ανεξαρτησία, όσοι δηλαδή αντιλαμβάνονται την Κύπρο και το λαό της σαν μια ανεξάρτητη οντότητα και επιδιώκουν κατά συνέπεια τη διαφύλαξη του ανάλογου πολιτειακού θεσμού, του Ανεξάρτητου Κυπριακού Κράτους. Βεβαίως η αντίληψη της Κυπριακής Ανεξαρτησίας είναι βασικά ένα θέμα το οποίο δεν έχει μελετηθεί ούτε ιστορικά ούτε κοινωνιολογικά, ούτε πολιτικά, κι αυτό ισχύει και για τις δύο κοινότητες. Κι είναι απόλυτα φυσικό μιας και από τη δεκαετία του ’50 και εδώ υπερίσχυσαν σε απόλυτο βαθμό η συνείδηση της Ένωσης και του ταξίμ. Παρά την αποδοχή μιας ούτω καλούμενης Ανεξαρτησίας το ’60, οι ηγετικές ομάδες των δύο κοινοτήτων ήταν (ή συμπεριφέρονταν ως να ήταν) ενωτικές ή ταξιμικές. Επομένως μόνο αυτή τη πτυχή της ιστορίας πρόβαλαν με την αντίστοιχη φυσικά ιδεολογική αντιμετώπισή της. Είναι ενδεικτικό το πόσο παραγνωρισμένη είναι ακόμα και τώρα στα σχολεία η ιστορία των Ελληνοκυπρίων για παράδειγμα. Έτσι δεν είναι εύκολο να αντιληφθούμε που το ΚΚΚ στήριζε την ανθενωτική του στάση. Σας διαβάζω ένααπόσπασμα. «… το ΚΚΚ θεωρεί καθήκον του να διαμαρτυρηθεί μεθ’όλων των δυνάμεων του, εν πρώτοις εναντίον της τοπικής Αγγλικής κυβερνήσεως η οποία δια της αδιαφορίας της συντείνει εις την όξυνσιν των φυλετικών μισών μεταξύ των κατοίκων της Κύπρου και κατόπιν εναντίον των πλαστών ηγετών του τόπου οι οποίοι ομίλησαν και θα ομιλήσουν εν ονόματι του Κυπριακού λαού. ΚΑΤΩ Η ΕΝΩΣΗ ΖΗΤΩ Η ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΖΗΤΩ ΤΟ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ» (Νέος Άνθρωπος, 25.4.1925). Βλέπουμε πάντως ότι η Ανεξαρτησιακή αντίληψη συνδυαζόταν ήδη με την προσπάθεια της αποφυγής διακοινοτικών αντιθέσεων. Δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία ότι από τότε μέχρι την κατηγορηματική αποδοχή του «Ένωση και μόνον Ένωση» από το ΑΚΕΛ ύστερα από 25 περίπου χρόνια αμφιταλαντεύσεων, το λαϊκό αίσθημα της Ελληνοκυπριακής κοινότητας προσανατολιζόταν όλο και πιο δυνατά προς την Ελλάδα. Η Τουρκοκυπριακή μειοψηφία φαίνεται ότι ακολουθούσε τις εξελίξεις καθυστερημένα και τελικά είναι μέσα και μετά από τον αγώνα της ΕΟΚΑ. Πάντως όταν το ΑΚΕΛ στρέφεται προς την Ένωση, το Τροτσκιστικό Κόμμα Κύπρου (πούταν μια μικρή κομμουνιστική οργάνωση) εξασκεί εναντίον του δριμεία κριτική, αντιλαμβανόμενο την ανεξαρτησία σαν αυτοκυβέρνηση των καταπιεσμένων τάξεων και χωρίς να αναφέρεται στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Διαβάζω ένα απόσπασμα: « ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ, Η φετεινή Πρωτομαγιά ας μας βρει στις επάλξεις του αγώνα για το πέρασμα της εξουσίας στα χέρια του λαού μας, για την ΑΥΤΟΚΥΒΕΡΝΗΣΗ. Η προδοτική εγκατάλειψη του συνθήματος της Αυτοκυβέρνησης από μέρους της σταλινικής ηγεσίας και η υιοθέτηση του συνθήματος της «Ένωσης» πρέπει να μας κάνει να συνέλθουμε.Το αφιόνισμα της «Ένωσης» πρέπει να το σταματήσουμε εμείς οι ίδιοι. Να εξαναγκάσουμε τους κακή τη μοίρα ηγέτες των εργατικών μας οργανώσεων να μπούνε στον ορθό δρόμο της εξυπηρέτησης των εργατικών συμφερόντων. Αν αρνηθούνε, να τους παραμερίσουμε και να τραβήξουμε μπροστά, με μια καινούργια, μαχητική, ταξικά συνειδητή και αποφασιστική ηγεσία, για τον αγώνα για το πέρασμα της εξουσίας στα χέρια των εργατών–αγροτών. Η «Ένωση» δεν μπορεί να μας προσφέρει ούτε καλύτερους όρους δουλειάς, ούτε καλύτερα μεροκάματα, ούτε το κοινωνικό ξεσκλάβωμα μας να μας εξασφαλίσει. Μονάχα την αλλαγή των αλυσίδων μας θα φέρει. Τίποτε περισσότερο τίποτε ολιγώτερο. ΕΡΓΑΤΕΣ, ΑΓΡΟΤΕΣ, ΚΑΤΑΠΙΕΖΟΜΕΝΟΙ, Εμπρός στον αγώνα για χειραφέτησή μας. Στον αγώνα για τις οικονομικές και πολιτικές διεκδικήσεις μας. Στον αγώνα για την καλυτέρευση των όρων δουλειάς και τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Για το άνοιγμα δουλειών για τους ανέργους. Για ανεργιακά επιδόματα. Για την οργάνωση και την ταξική συνειδητοποίηση όλων των καταπιεζομένων. Για την ΑΥΤΟΚΥΒΕΡΝΗΣΗ. Για μια Κυβέρνηση Εργατών Αγροτών,που να πονεί τον εργάτη και να προστατεύει τον αγρότη. Για την πλέρια εθνική και κοινωνική μας απελευθέρωση» Σ’ αυτό το κείμενο δεν γίνεται αναφορά στους Τουρκοκύπριους. Όμως στις δημοτικές εκλογές από τους υποψηφίους του κόμματος αυτού προβάλλεται η ιδέα της αναλογικής εκπροσώπησης των Τουρκοκυπρίων και παράλληλα καταπολεμάται το αίτημα της Ένωσης με το αίτημα της Αυτοκυβέρνησης. Το αίτημα της Ένωσης θεωρείται αίτημα εξ’ ολοκλήρου αστικό.(Εργάτης 15 του Μάη, 1949). Πάντως η οργάνωση των Τροτσκιστών διασπάται και διαλύεται λίγο αργότερα. Ένας από τους λόγους είναι και το ότι ένα μέρος των μελών του γίνεται ενωτικό καθώς μαρτυρούν τα κείμενα συζήτησης που βλέπουμε στα τελευταία τεύχη του. Συνοπτικά βλέπουμε ότι πριν από την δεκαετία του’50, η Ελληνοκυπριακή αριστερά τείνει αμφιταλαντευόμενη να θέλει ανεξαρτησία χωρίς πάντα να την αντιθέτει στην ένωση) και συνδυάζει το αίτημα αυτό με μία έντονη εργατική πολιτική (δεν είναι τυχαίο που οι τελευταίοι εργατικοί αγώνες έγιναν τότε) και μια αντίληψη του κινδύνουπου εμπεριέχονταν μέσα σε μία πιθανή δικοινοτική αντίθεση (και ασφαλώς άλλους λόγους π.χ. γεωπολιτικούς). Δεν ξέρω αν και εσείς όπως και εγώ θεωρείτε ότι η ιστορία έμπραχτα δικαίωσε τους φόβους των αριστερών της εποχής. Πάντως ενώ η Ελληνοκυπριακή κοινότητα εν σώματι ψηφίζει «Ένωση και μόνο Ένωση» το 1950 και ολόκληρη η δεκαετία δεν αφήνει χώρο για τίποτα άλλο, υποθέτω ότι και ανάμεσα στην αστική τάξη υπόκωφα υπάρχουν σκέψεις για ανεξαρτησία, διότι ασφαλώς δεν μπορεί να‘ναι τυχαία που ο Μακάριος δίνει τη γνωστή εκείνη συνέντευξη το 1957 ή που το εθνικό συμβούλιο της εποχής συμμετέχει έστω και δυσανασχετώντας στις συνομιλίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου. Κάνοντας έναν απολογισμό της δεκαετίας του ’50, μπορούμε συνοπτικά να

Kυπριακή συνείδηση του Κωστή Αχνιώτη Read More »

EN