afoa.cy

Articles

Το Παλαιστινιακό δεν άρχισε στις 7 Οκτώβρη 2023

Καθώς το Ισραήλ ξεκινά την αγριότερη ίσως στρατιωτική επιχείρηση εναντίον της Λωρίδας της Γάζας ως απάντηση στη μεγαλύτερη επίθεση που δέχτηκε από τον πόλεμο του Yom Kippur το 1973, θεωρούμε σημαντικό να αναφέρουμε μερικά πράγματα. Η επιχείρηση της Χαμάς ενάντια στην κατοχή παλαιστινιακών εδαφών από τις ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις αναμφίβολα στοχοποίησε και πολλούς αμάχους και έπιασε την διεθνή κοινότητα απροετοίμαστη. Για άλλη μια φορά, κυρίως τα δυτικά κράτη, αδυνατούν να κατονομάσουν τις συνθήκες οι οποίες προκαλούν τόσο την πολιτική όσο και τη στρατιωτική άνοδο της Χαμάς. Όταν σε μια λωρίδα γης 365χμ² είναι στοιβαγμένες πάνω από δύο εκατομμύρια ψυχές, σε συνθήκες στυγνής καταπίεσης, χωρίς πρόσβαση σε καθαρό νερό και ηλεκτρισμό για μεγάλα διαστήματα της ημέρας, είναι απόλυτα προβλέψιμο ότι θα υπάρχουν εκρήξεις – ειδικά όταν η κοινότητα αυτή γίνεται κάθε φορά πιο αόρατη και πιο αναλώσιμη στα μάτια της Δύσης. Οι μονόπλευρες τοποθετήσεις των κρατών της Δύσης υπέρ του Ισραήλ δημιουργούν την εντύπωση ότι το Παλαιστινιακό ξεκίνησε στις 7 Οκτώβρη του 2023 και δίνουν το πράσινο φως για τη βία που θα ασκήσει το ισραηλινό κράτος τις ερχόμενες εβδομάδες. Οι δε σπασμωδικές αντιδράσεις από την ΕΕ, με τον Επίτροπο Βαρχελί να αναρτά στο Χ ότι θα διακοπεί η παροχή αρωγής από τους 27 προς τους Παλαιστίνιους και τον Επίτροπο Μπορέλ να λέει το αντίθετο, όχι μόνο δε θα αποθαρρύνουν τη Χαμάς, αλλά αντιθέτως θα ενισχύσουν τόσο την ίδια αλλά και αλυσιδωτά την ισλαμοφοβία στην Ευρώπη. Φαίνεται ότι, πέρα από τις ΗΠΑ, η ΕΕ πλέον βολεύεται με το στάτους κβο της βίας και δεν θέλει να διαμεσολαβήσει για την όποια ειρήνευση και αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους, όπως είναι ήδη συμφωνημένο από τη δεκαετία του ’90. H θυματοποίηση αμάχων είναι μια πραγματικότητα που σημάδεψε αυτή τη σύγκρουση από τις απαρχές της. Εδώ και δεκαετίες, τα κύρια θύματα ήταν πάντα άμαχα, είτε ως νεκρά, είτε ως τραυματίες, είτε ως ορφανά, είτε ως πρόσφυγες. Καθώς οι άμαχοι γίνονται στόχος όλο και περισσότερο στις πολεμικές επιχειρήσεις, ο αγώνας για ειρήνη γίνεται δυσκολότερος και πολύ πιο πολύπλοκος. Η όποια καταδίκη της βίας της Χαμάς, αν δεν συνοδεύεται από την αναγνώριση ότι η πηγή του προβλήματος είναι το καθεστώς απαρτχάιντ και η κατοχή κάτω από την οποία ζουν εκατομμύρια Παλαιστίνιοι τόσο στη Γάζα όσο και στη Δυτική Όχθη, είναι στην καλύτερη περίπτωση υποκριτική και στη χειρότερη μια έμμεση επικρότηση της σφαγής αμάχων που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Οι δηλώσεις του Ισραηλινού υπουργού άμυνας ότι «πολεμάμε ανθρώπινα κτήνη» και ο ολοκληρωτικός αποκλεισμός της Γάζας από νερό, ρεύμα και τροφή δείχνουν ακριβώς το γεγονός ότι οι Παλαιστίνιοι δεν αντιμετωπίζονται ως άνθρωποι, και πως η απανθρωποποίηση δημιουργεί εκ νέου τις συνθήκες νομιμοποίησης μαζικών και τυφλών σφαγών. Παράλληλα, η κυβέρνηση Νετανιάχου, η οποία αμφισβητήθηκε στη βάση του αυταρχισμού της από ένα τεράστιο κίνημα στο Ισραήλ τον τελευταίο χρόνο, βρίσκει την ευκαιρία να δημιουργήσει συνθήκες εθνικής ενότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, θεωρούμε ανάγκη να ακουστούν οι (ομολογουμένως λίγες) προοδευτικές φωνές από το Ισραήλ που αναγνωρίζουν ότι για να τερματιστεί η βία πρέπει να τερματιστεί η κατοχή και το απαρτχάιντ. Με αφορμή τον εντοπισμό κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στη Μεσόγειο, η Κυπριακή Δημοκρατία έχει εδώ και χρόνια αναπτύξει πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές σχέσεις με ένα καθεστώς που στέκει πλέον ξεκάθαρα στην ακροδεξιά και δε φαίνεται να μπορεί να ανατραπεί εύκολα. Είναι ανησυχητικό το ότι η Κύπρος έχει μετατραπεί σε κάποιου είδους γέφυρα για το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο του Ισραήλ και τις συναλλαγές του στην ΕΕ, περιλαμβανομένων των κακόβουλων λογισμικών παρακολούθησης. Είναι ενδεικτικό ότι ακόμα και σε μια περίοδο που η ΕΕ είχε παγώσει τις σχέσεις της με το Ισραήλ λόγω της ακροδεξιάς στροφής της κυβέρνησής του, ο Νίκος Χριστοδουλίδης συναντήθηκε με τον Βενιαμίν Νετανιάχου και η Άννα Προκοπίου με τον υπερεθνικιστή υπουργό Μπεν Γκβιρ. Εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας στους λαούς της Παλαιστίνης και του Ισραήλ και τονίζουμε ότι ο τερματισμός της κατοχής και του απαρτχάιντ είναι η βασική προϋπόθεση για οποιαδήποτε ειρήνευση. 

Το Παλαιστινιακό δεν άρχισε στις 7 Οκτώβρη 2023 Read More »

Οι Ξεχασμένοι Τροτσκιστές της Κύπρου

του Αντώνη Παστελλόπουλου Στα τέλη της δεκαετίας του ’40 έκανε την εμφάνισή του στην Κύπρο ένα μικρό αριστερό κόμμα με το όνομα «Τροτσκιστικό Κόμμα Κύπρου» (ΤΚΚ). Το κόμμα κυκλοφορούσε τη δική του εφημερίδα, τον «Εργάτη», από το 1947 μέχρι και το 1949, φαίνεται να είχε επιρροή σε κάποιους εργάτες, εναντιωνόταν ανοικτά στην Ένωση, υποστήριζε την ανεξαρτησία του νησιού, και έλαβε μέρος στις δημοτικές εκλογές του 1949 στη Λεμεσό. Ασκούσε σφοδρή κριτική στο ΑΚΕΛ, το οποίο αντιμετώπιζε ως ένα πολιτικό και ιδεολογικό εχθρό που κυριαρχούσε πάνω στην κυπριακή εργατική τάξη, αντί να την εκφράζει και να την αντιπροσωπεύει. Οι πρώτοι κύκλοι Κυπρίων τροτσκιστών υπήρχαν ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’40, καθώς το 1945 κυκλοφόρησε ο «Προλάτης», μηνιαίο κοινωνιολογικό περιοδικό του Γιώργη Χειμαρίδη, αριστερού ποιητή και μετέπειτα υπεύθυνου έκδοσης της εφημερίδας «Εργάτης». Η δράση των τροτσκιστών στα τέλη της δεκαετίας φαίνεται  να ήταν πολύ έντονη, οδηγώντας σε αντιδράσεις από τη μεριά του ΑΚΕΛ, με προώθηση προπαγάνδας εναντίον του ΤΚΚ, δημόσιες αποκηρύξεις του νέου κόμματος από τα ηγετικά του στελέχη, και προσπάθεια απομάκρυνσης της εφημερίδας «Εργάτης» από λαϊκά και εργατικά σωματεία. Το ΤΚΚ εξαφανίζεται μετά το 1949 – η δική μου ερμηνεία, η οποία αυτή τη στιγμή παραμένει στο επίπεδο εικασίας, είναι πως αυτό πρέπει να οφείλεται τόσο στην κατάρρευση της Διασκεπτικής, όσο και στην αποτυχία του κόμματος στις εκλογές του 1949, γεγονότα που πιθανόν να επέφεραν εσωτερική κρίση μέσα στο κόμμα, οδηγώντας στην αδράνεια και διάλυσή του. Το 1949 εμφανίζονται άρθρα μέσα στα φύλλα του «Εργάτη» τα οποία ασκούν κριτική για τις θέσεις που διατηρούσε το κόμμα σχετικά με το εθνικό ζήτημα, υποδηλώνοντας πως είχε πλέον αναπτυχθεί ιδεολογική διάσπαση μέσα στο μικρό κυπριακό τροτσκιστικό κίνημα. Η εχθρότητα του ΑΚΕΛ προς το ΤΚΚ δεν θα πρέπει να ξαφνιάζει, δεδομένου ότι το ΤΚΚ εξαπέλυε συχνά έντονη κριτική εναντίον της ηγεσίας του ΑΚΕΛ, κατηγορώντας το ως σταλινικό. Πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως το ΑΚΕΛ αναγκάστηκε να αποκηρύξει το κόμμα δημόσια, πρακτική που υποδηλώνει πως, τουλάχιστον για την ηγεσία του, το ΤΚΚ θεωρούνταν πιθανή απειλή προς την ηγεμονία που απολάμβανε το ΑΚΕΛ μέσα στο ευρύτερο εργατικό κίνημα. Παρόλα αυτά, το κατά πόσο το ΤΚΚ υπήρξε πραγματική απειλή προς αυτή την ηγεμονία δεν φαίνεται να μπορεί να διευκρινιστεί αυτή τη στιγμή, λόγω του περιορισμένου αρχειακού υλικού που βρίσκεται στη διάθεσή μας. Το ΤΚΚ μπορεί να τοποθετηθεί ιδεολογικά αριστερότερα του ΑΚΕΛ τη δεκαετία του ’40 εναντιωνόμενο συνειδητά στη στροφή του εργατικού κινήματος προς την Ένωση, προωθώντας τον εργατικό διεθνισμό και παραμένοντας ιδεολογικά, τουλάχιστον σε σχέση με το Κυπριακό, πιο κοντά στην αρχική γραμμή του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου (1926-1944), σε σύγκριση με το ίδιο το ΑΚΕΛ. Αξίζει να αναφερθεί πως παρόλες τις δημόσιες κόντρες, αλληλοκατηγορίες και ανταλλαγές απόψεων μεταξύ μελών του ΑΚΕΛ και του ΤΚΚ μέσα στη δεκαετία του ’40, το ΤΚΚ έχει εξαφανιστεί από την ιστορική καταγραφή του κυπριακού εργατικού κινήματος μέχρι και σήμερα, με τις αναφορές στο κόμμα να παραμένουν πενιχρές. Αποσπάσματα από δύο κείμενα του ΤΚΚ είχαν κυκλοφορήσει τη δεκαετία του ’80 στο αριστερό περιοδικό «Εντός των Τειχών», ένα εκ των οποίων συμπεριλήφθηκε μέσα στην «Ανθολογία» κυπροκεντρικών κειμένων που κυκλοφόρησε το 2022. Σύντομες αναφορές στο κόμμα είχε επίσης κάνει ο Κωστής Αχνιώτης, σημαντική προσωπικότητα του κινήματος επαναπροσέγγισης, σε ομιλία του για την κυπριακή συνείδηση το 1988, ενώ το ΤΚΚ αναφέρεται σε μελέτη του κοινωνιολόγου Αντρέα Παναγιώτου σχετικά με την κυπριακή ποίηση της αποικιακής περιόδου, στην οποία καταπιάνεται με την ποίηση του Χειμαρίδη. Πέρα από αυτές τις ελάχιστες αναφορές, το ΤΚΚ έχει ουσιαστικά διαγραφεί από την ιστορική και συλλογική μνήμη. Δεν αναφέρεται ούτε καν σε υποσημειώσεις ακαδημαϊκών εργασιών που καταπιάνονται με την περίοδο, καμία πολιτική ομάδα ή κόμμα δεν φαίνεται να το έχει διεκδικήσει ως πολιτική κληρονομιά, ενώ το υλικό του παρέμενε μέχρι πρόσφατα σκονισμένο μέσα σε κρατικά και ιδιωτικά αρχεία, μέχρι τη ψηφιοποίηση του αρχείου εφημερίδας του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, και την μετέπειτα καταχώρησή του στο Κυπριακό Κινηματικό Αρχείο (movementsarchive.org). Η ύπαρξη και δράση του ΤΚΚ τη δεκαετία του ’40 έρχεται σε αντίθεση με μια σειρά ερμηνειών γύρω από την κυπριακή ιστορία. Για παράδειγμα, στην κυπριακή ιστοριογραφία και ευρύτερη πολιτική κουλτούρα παραμένει κυρίαρχη η ερμηνεία πως το μόνο πολιτικό κόμμα κατά την αποικιακή περίοδο που εναντιώθηκε ανοικτά στην Ένωση, προτάσσοντας ως εναλλακτική κάποια μορφή ανεξαρτησίας, ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου, θέση η οποία εγκαταλείφθηκε με την ίδρυση του ΑΚΕΛ το 1941. Η ύπαρξη του ΤΚΚ διαψεύδει προφανώς αυτή την τόσο διαδεδομένη ερμηνεία, ενώ σπρώχνει την ύπαρξη αντιενωτικού δημόσιου λόγου μέχρι τουλάχιστον το 1949.  Ακόμη μια αρκετά διαδεδομένη ερμηνεία, η οποία εμφανίζεται τόσο σε αριστερές όσο και σε δεξιές αναγνώσεις της κυπριακής ιστορίας, παρουσιάζει την Ένωση ως τον μόνο αντιαποικιακό στόχο που προτάθηκε ποτέ μέσα στην ελληνοκυπριακή κοινότητα μετά το 1941, με τις ελληνοκυπριακές πολιτικές δυνάμεις της περιόδου να παρουσιάζονται παράλληλα ως ανίκανες να φανταστούν ή να αφουγκραστούν κάποιο εναλλακτικό πολιτικό όραμα πέρα από αυτό της ένωσης. Μια τέτοια προσέγγιση φυσικοποιεί το αίτημα της Ένωσης, στρέφοντας την προσοχή μας μακριά από τις πολιτικές διαδικασίες και αποφάσεις που το ανέδειξαν μέχρι το τέλος της δεκαετίας στο επίπεδο μιας αυτοαναφορικής αλήθειας. Η συστηματική προώθηση των θέσεων του ΤΚΚ μέσα από την εφημερίδα του, καθώς και οι δημόσιες αντιπαραθέσεις με το ΑΚΕΛ αμφισβητούν και αυτή την ερμηνεία, καθώς καταδεικνύουν πως τόσο το αίτημα της ανεξαρτησίας όσο και η εναντίωση προς την Ένωση ήταν μέρος του δημόσιου λόγου τη δεκαετία του ’40, με τις θέσεις του ΤΚΚ να είναι γνωστές μέσα στο ΑΚΕΛ, και πιθανότατα ακόμη και στους κύκλους της εθνικοφροσύνης. Η γραμμή της Ένωσης, αν και κυρίαρχη, δεν ήταν η μόνη πολιτική προοπτική που είχε εκφραστεί και προταθεί μέσα στην ελληνοκυπριακή κοινότητα ως απάντηση στην αποικιοκρατία. Η υιοθέτηση της Ένωσης, τόσο από την εθνικοφροσύνη όσο και από το ΑΚΕΛ, δεν έγινε λοιπόν εν αγνοία εναλλακτικών επιλογών, αλλά ήταν μια συνειδητή απόφαση μεταξύ δύο εναλλακτικών αντιαποικιακών στόχων, της Ένωσης και της ανεξαρτησίας, που αλληλοσυγκρούονταν στον δημόσιο πολιτικό λόγο τη δεκαετία του ’40, με την Ένωση να βρίσκεται προφανώς σε πολύ πιο πλεονεκτική θέση. Υπάρχει παράλληλα μια εναλλακτική ιστορική ερμηνεία σχετικά με τη δεκαετία του ’40, η οποία διαβάζει στα γεγονότα της Διασκεπτικής μια «υπόγεια» απαίτηση για

Οι Ξεχασμένοι Τροτσκιστές της Κύπρου Read More »

Μπάτσοι, TV και νεοναζί: τελικά δουλεύουνε μαζί;

του Παναγιώτη Αχνιώτη Ολόκληρη η πολιτική συνθήκη μέσα από την οποία προέκυψαν τα πογκρόμ εναντίον μεταναστών σε Χλώρακα και Λεμεσό, αλλά και τα αποτελέσματα που έφεραν τόσο στον δημόσιο λόγο όσο και στα επιχειρησιακά πλάνα της αστυνομίας, αποτελούν ένα τρανταχτό παράδειγμα του κλασικού αυτού αντιφασιστικού συνθήματος που επινοήθηκε στην Ελλάδα για να αποδώσει τη βαθιά σχέση μεταξύ παρακρατικών φασιστικών ομάδων, κρατικού μηχανισμού και ΜΜΕ. Πέρα από τις όποιες οργανικές και προσωπικές σχέσεις μπορεί να υπάρχουν μεταξύ οργανωμένων ακροδεξιών ατόμων, αστυνομικών και λειτουργών των ΜΜΕ, αξίζει να αναδειχτεί πως αυτά τα τρία στοιχεία, ως θεσμοί και ως σύνολα παραγωγής λόγου και πρακτικών, αναπτύσσουν μια συμβιωτική σχέση τόσο σε επίπεδο πολιτικού λόγου στη δημόσια σφαίρα όσο και σε επίπεδο δρόμου. Και αυτή η συμβιωτική σχέση δεν μεταφράζεται βέβαια σε μια κατάσταση όπου τα τρία κάθονται μαζί στο ίδιο τραπέζι και συνωμοτούν, αλλά δημιουργεί ένα βαθύ σύμπλεγμα εξουσίας που εγκλωβίζει την κοινωνία στην επιτήρηση και την ασφαλειοποίηση. Τα διάφορα fake news που διαδόθηκαν τις μέρες πριν το πρώτο πογκρόμ στη Χλώρακα μέχρι και μετά το πογκρόμ στη Λεμεσό, δεν ήταν απλως προϊόν κάποιων μυθομανών φασιστών όπως πχ. ο Λευτέρης Γεωργίου, διοργανωτής του πογκρόμ στη Λεμεσό, που τη μέρα πριν διάδωσε την πληροφορία για δήθεν μαχαιρωμένο αστυνομικό από ντελιβεράδες. Όπως τεκμηριώνεται στο ρεπορτάζ του Παναγιώτη Πενταλιώτη στον Διάλογο (10/09/2023), στη διάδοση των fake news επιδόθηκαν άτομα από θέση αρχής όπως ο κοινοτάρχης Χλώρακας, αλλά και κυρίαρχα ΜΜΕ με τεράστια απήχηση. Η στάση της αστυνομίας να μη διαψεύσει για πάρα πολλές μέρες την «είδηση» για απαγωγή του εθνοφρουρού είναι εξίσου προβληματική με την ίδια τη διάδοση της ψευδούς είδησης. Το ότι η Αστυνομία στη Λεμεσό όχι μόνο επέτρεψε προκλητικά τη διεξαγωγή του πογκρόμ εναντίον των μεταναστών, αλλά δεν απάντησε ούτε και στη βία που ασκήθηκε εναντίον της (μαρτυρίες κάνουν λόγο για πάνω από 30 μολότοφ κατά του Αίαντα), καταδεικνύει και το γεγονός ότι η ποσοτική και ποιοτική αύξηση της ακροδεξιάς βίας μπορεί να βολεύει τον κρατικό μηχανισμό. Πέρα από τα άμεσα αποτελέσματα στο να χτυπήσουν και να τρομοκρατήσουν τις μεταναστευτικές κοινότητες, το επίπεδο βίας του πογκρόμ έχει άμεσο αντίκτυπο στην ένταση με την οποία διεξάγεται ο δημόσιος διάλογος αλλά και στην πολεμική στάση στην οποία εισέρχεται ο κρατικός μηχανισμός στον απόηχο του. Το πογκρόμ ανοίγει τον δρόμο για περαιτέρω αύξηση του αστυνομικού ελέγχου, της επιτήρησης και της ασφαλειοποίησης, τόσο όσον αφορά τις εν λόγω κοινότητες αλλά και όσον αφορά τα εγχώρια κινήματα. Το πογκρόμ ανοίγει το δρόμο για τη δημιουργία μιας μίνι κατάστασης πολιορκίας, κάτι που είδαμε την Τετάρτη στη Λευκωσία με τη φασιστική πορεία που εν τέλει ακυρώθηκε. Η απειλή της φασιστικής βίας μεταφράστηκε πρώτα ως μια επικοινωνιακή πρακτική από πλευράς του κρατικού μηχανισμού, όχι για να καθησυχάσει αλλά για να εντείνει τις ανησυχίες τόσο των μεταναστευτικών κοινοτήτων της Λευκωσίας όσο και των κατοίκων γενικότερα για ενδεχόμενο πογκρόμ. Επιπλέον, είδαμε και τη μετάφραση της απειλής και σε επίπεδο δρόμου, όπου αντικρίσαμε μια αστυνομοκρατούμενη Λευκωσία για πάρα πολλές ώρες. Σε ό,τι αφορά την στάση της αστυνομίας προς τους αντιφασίστες και τις αντιφασίστριες στο δρόμο, είδαμε ξεκάθαρα, τόσο στη Λεμεσό όσο και στη Λευκωσία, μια αναβάθμιση του επιχειρησιακού πλάνου καταστολής. Και οι δύο πορείες διεξήχθησαν κάτω από ασφυκτικό αστυνομικό κλοιό, και με ό,τι μέσο διαθέτει η Αστυνομία Κύπρου: ο Αίαντας, πολυάριθμες αντιοχλαγωγικές ομάδες (ΜΜΑΔ και ΕΑΟ) που μετα δυσκολίας μπορούσαν να περπατήσουν λόγω του βαριού εξοπλισμού που κουβαλούσαν, δεκάδες μοτοσυκλέτες όπως και δεκάδες αστυνομικοί με πολιτική περιβολή, περικύκλωσαν τις δύο πορείες και περπατούσαν κυριολεκτικά κολλητά στους διαδηλωτές. Σε σχέση με τη διοίκηση, στη Λεμεσό είχαμε τον διοικητή της ΜΜΑΔ αυτοπροσώπως στο πεδίο, κάτι που συμβαίνει σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις, ενώ στη Λευκωσία επικεφαλής της επιχείρησης ήταν ο ίδιος αξιωματικός που είχε την επιχειρησιακή ευθύνη στις 13/2/2021 στην πρώτη πορεία του Ως Δαμέ. Επιπλέον, είδαμε ότι η αστυνομική επιχείρηση και στις δύο περιπτώσεις αφορούσε βασικά ολόκληρη την πόλη και όχι μόνο το σημείο της πορείας, με αστυνομικά περίπολα να κατακλύζουν ολόκληρο το αστικό κέντρο ώρες πριν και μετά τη διαδήλωση. Ακόμα κάτι πρωτόγνωρο για τα κυπριακά δεδομένα, ήταν η προσπάθεια της Αστυνομίας να λογοκρίνει με την απειλή χρήσης βίας το ίδιο το σύνθημα που τιτλοφορεί αυτό το κείμενο όπως και άλλο παρόμοιο («με τους μετανάστες είμαστε μαζί, άμεση απέλαση σε μπάτσους και ναζί»). Η απειλή της φασιστικής βίας και του πογκρόμ λειτουργεί ως ένας αγωγός για την αύξηση της επιτήρησης και της καταστολής των αντιφασιστικών διαδηλώσεων αλλά και ευρύτερα των κοινωνικών αγώνων. Η γενική εικόνα που παρουσίασαν τα κυρίαρχα ΜΜΕ μετά από τις αντιφασιστικές κινητοποιήσεις ήταν μια επικρότηση του επιχειρησιακού πλάνου της αστυνομίας και ένας εκθειασμός του ρόλου της στη διατήρηση της ειρήνης και της τάξης, αντί να τονίσουν τον μαζικό και ειρηνικό χαρακτήρα των κινητοποιήσεων.

Μπάτσοι, TV και νεοναζί: τελικά δουλεύουνε μαζί; Read More »

Να σταματήσουμε τον κατήφορο της ξεφτίλας

του Γρηγόρη Ιωάννου Το δεύτερο πογκρόμ ψες, στο κέντρο της Λεμεσού αυτή τη φορά, συνιστά ένα ανέβασμα του πήχη από πλευράς της ελληνοκυπριακής ακροδεξιάς. Αν δεν κοπεί άμεσα η φόρα στους φασίστες, θα το ξανακάνουν, ποντάροντας στην υποκρισία των «ίσων αποστάσεων» και στην ανοχή του «κρύψε να περάσουμε» των πολλών. Όπως πρέπει να είναι ξεκάθαρο πλέον σε όλους, αυτό που έχουμε μπροστά μας δεν ήταν ποτέ τοπικό ζήτημα Χλώρακας, ούτε βέβαια ζήτημα ανησυχίας των πολιτών για την παράτυπη μετανάστευση, όσο και αν προσπαθούν να το παρουσιάσουν έτσι πολιτικάντηδες και δημοσιογράφοι. Η πιο αισχρή, βέβαια, απόπειρα ξεπλύματος της ρατσιστικής βίας είναι η δικαιολόγησή της ως δήθεν μιας κακής αντίδρασης σε υπαρκτό πρόβλημα και η αποπολιτικοποίησή της ως χουλιγκανισμού. Και όμως το πογκρόμ της Λεμεσού ήταν η εξέλιξη μιας πορείας που φώναζε «έξω οι ξένοι από την Κύπρο, η Κύπρος είναι ελληνική». Ο ρατσισμός που σήμερα εκφράζεται ως βιαιοπραγία σε μετανάστες, στα σπίτια και στα καταστήματά τους δεν είναι αποκλειστικό έργο της ακροδεξιάς που τον εκπροσωπεί πολιτικά ανοιχτά. Είναι πολύ πιο βαθιές οι ρίζες του και πολύ περισσότεροι αυτοί που συνέδραμαν στην διόγκωσή του. Δεν είναι μόνο τα fake news μεμονωμένων πολιτικών, δημοσιογράφων και αστυνομικών συντακτών. Αυτά δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν έρισμα αν δεν προηγούνταν βουλευτές, υπουργοί και κομματάρχες να παραμυθιάζουν μπροστά σε κάμερες και σοβαροφανείς δημοσιογράφους για δήθεν προνομιακή μεταχείριση μεταναστών στα επιδόματα, για υβριδικούς πολέμους και τρίτους αττίλες. Μέχρι και ο Αναστασιάδης όντας πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν ντράπηκε να χαρακτηρίσει τους πρόσφυγες ως απειλή εθνικής ασφάλειας. Να σταματήσουμε αυτό τον κατήφορο της ξεφτίλας. Να μην αφήσουμε τον φασισμό να σπρώξει την Κύπρο στον πάτο. Είναι ευθύνη μας σαν άνθρωποι να το αποτρέψουμε. Αντιφασιστική πορεία σήμερα.

Να σταματήσουμε τον κατήφορο της ξεφτίλας Read More »

Γιατί μιλούμε για «αλληλεγγύη σε μετανάστες/μετανάστριες»;

 του Taki Taki Οι άνθρωποι που μεταναστέφκουν, παραμένουν άνθρωποι. Έννεν κάποια συγκεκριμένη κατηγορία υπερανθρώπων ή αγίων ή κατ’ ανάγκην συνειδητοποιημένων ταξικά, πολιτικά, κοινωνικά ανθρώπων. Με άλλα λόγια, μες τους ανθρώπους που μεταναστέφκουν, βρίσκουμε οτιδήποτε βρίσκουμε στους ανθρώπους γενικότερα – βρίσκουμε ανθρωπιά, σεβασμό, αλληλεγγύη, βρίσκουμε τζιαι πατριαρχία, σεξισμό, εθνικισμό κτλ. Οι άνθρωποι που μεταναστέφκουν, παραμένουν άνθρωποι, που σημαίνει ότι έχουν τες ίδιες αρετές τζιαι τες ίδιες προβληματικές με άλλους ανθρώπους. Λόγω του διαφορετικού εκπαιδευτικού συστήματος τζιαι κοινωνικο-πολιτικών παραγόντων όπως η θρησκεία, υπάρχουν όντως διαφορές στον τρόπο που κάποια άτομα που διαφορετικές αφετηρίες αντιλαμβάνουνται τζιαι επεξηγούν διάφορα ζητήματα. Εν βοηθά κανέναν μας να αποκρύφκουμε τούτες τες πραγματικότητες. Εξάλλου, ούλλοι μας μεγαλώνουμε σε διαφορετικά συστήματα καταπίεσης τζιαι εκμετάλλευσης τζιαι μαθαίνουμε με διαφορετικούς τρόπους να τα συντηρούμε τζιαι να τα αναπαράγουμε. Γιατί είμαστε αλληλέγγυα σε μετανάστες/μετανάστριες τότε, αφού μέσα τους υπάρχουν τζιαι άτομα με τα οποία διαφωνούμε πολιτικά ή άτομα τα οποία εν τα ίδια ρατσιστές ή σεξιστές κτλ; Είμαστε αλληλέγγυοι μαζί τους ως κατηγορία, όχι ως μεμονωμένα άτομα. Είμαστε δηλαδή αλληλέγγυα με την ιδιότητα που έχουν ως κατατρεγμένοι, ως θύματα δολοφονικών πολιτικών της Ε.Ε., ως εργατική τάξη που αναγκάζεται να μετακινηθεί για να επιβιώσει, ως εργατική τάξη που καταπιέζεται τζιαι εν θύμα εκμετάλλευσης στες χώρες εισδοχής. Όπως είμαστε αλληλέγγυα σε εργατικούς αγώνες, παρόλο που μέσα στην εργατική τάξη μπορεί να βρούμε π.χ. εθνικιστές. Όπως είμαστε αλληλέγγυα στην ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα παρόλο που μέσα της μπορεί να βρούμε π.χ. άτομα που εν ανήκουν στην εργατική τάξη. Είμαστε αλληλέγγυα σε κατηγορίες ανθρώπων, μετανάστες/τριες, εργατική τάξη, ΛΟΑΤΚΙ+ κτλ, επειδή υπόκεινται εκμετάλλευση τζιαι καταπίεση ως σύνολα, όχι επειδή εν ούλλα τους υπέροχα πλάσματα. Εν σημαντικό να κάμνουμε τούτο τον διαχωρισμό αν θέλουμε να έχουμε επικοινωνιακές τζιαι πολιτικές νίκες απέναντι στη μαζική φασιστική επίθεση που βιώννουμε. Υ.Γ. Εν σημαντικό να μελετούμε τη συγκυρία κάθε φορά τζιαι να αντιλαμβανούμαστε σε ποια θέση βρισκούμαστε. Τούντην στιγμή βρισκούμαστε σε θέση άμυνας τζιαι τούτο εν θλιβερό, αλλά εν τζιαι η άμυνα μέρος της ζωής. Η οργάνωση κάθε συνειδητοποιημένου ατόμου σε συλλογικές διαδικασίες γίνεται πιο κρίσιμη που ποτ

Γιατί μιλούμε για «αλληλεγγύη σε μετανάστες/μετανάστριες»; Read More »

EN