Για τον Βάσο Φτωχόπουλλο: Όταν το προσωπικό γίνεται πολιτικό

του Χρίστου Μάη Η ιδεολογία είναι μια διαδικασία που πραγματοποιείται από τον λεγόμενο στοχαστή συνειδητά, βεβαίως, αλλά με ψευδή συνείδηση. Τα πραγματικά κίνητρα που τον ωθούν παραμένουν άγνωστα σε αυτόν, αλλιώς δεν θα ήταν καθόλου ιδεολογική διαδικασία. Ως εκ τούτου, φαντάζεται ψευδή ή προφανή κίνητρα. Επειδή πρόκειται για διαδικασία σκέψης, αντλεί τόσο τη μορφή όσο και το περιεχόμενό της από την καθαρή σκέψη, είτε τη δική του είτε εκείνη των προκατόχων του. […] Οπότε, ο ιδεολόγος που ασχολείται με την ιστορία […] διαθέτει σε κάθε επιστημονικό πεδίο υλικό που έχει διαμορφωθεί ανεξάρτητα, μέσα από τη σκέψη προηγούμενων γενεών και έχει περάσει μέσα από μια ανεξάρτητη σειρά εξελίξεων στο νου αυτών των διαδοχικών γενεών. Είναι αλήθεια ότι εξωτερικά γεγονότα που ανήκουν στη δική του ή σε άλλες σφαίρες μπορεί να άσκησαν συνδιαμορφωτική επίδραση σε αυτή την εξέλιξη, αλλά η σιωπηρή προϋπόθεση είναι ότι και τα ίδια αυτά γεγονότα δεν είναι παρά καρποί μιας διαδικασίας σκέψης, και έτσι παραμένουμε ακόμα εντός εκείνου του πεδίου της καθαρής σκέψης που έχει αφομοιώσει επιτυχώς τα πιο δύσκολα γεγονότα. Αυτά έγραφε ανάμεσα σε άλλα ο Φρειδερίκος Ένγκελς, ο κομμουνιστής βιομήχανος και επιστήθιος φίλος του Καρόλου Μαρξ στον κομμουνιστή ιστορικό Φραντς Μέρινγκ, το 1893. Από εκεί προέρχεται ο γνωστός μαρξιστικός αφορισμός πως «η ιδεολογία είναι η ψευδής συνείδηση». Και θεωρώ πως οι προσπάθειες αποτίμησης του ποιός ή τί ήταν ο Βάσος Φτωχόπουλλος (με ένα ή δύο λ, με Φ ή Π) είναι εξίσου τμήματα μιας ψευδούς συνείδησης ασχέτως του προσίμου που αυτές έχουν. Το ίδιο θα πει κανείς και γι’ αυτά που διαβάζει εδώ και θα έχει δίκιο. Απλά εγώ δεν το αρνούμαι και δεν παρουσιάζω τα γραφόμενά μου ως αντικειμενικές και απόλυτες αλήθειες. Τον Φτωχόπουλλο τον ήξερα μέσα από τέσσερις ιδιότητες, αυτή του βιβλιοπώλη, του εκδότη εφημερίδας, του εκδότη βιβλίων, και του συγγραφέα. Θα προσπαθήσω να είμαι δίκαιος διότι όσο προβληματικοί και εκνευριστικοί είναι οι διθύραμβοι που διάβασα, άλλο τόσο είναι και οι αφορισμοί και τα αναθέματα. Για τα δεδομένα της Κύπρου ήταν καλός βιβλιοπώλης (είχε σχετικά καλές επιλογές τίτλων, ιδίως για κυπριακό βιβλιοπωλείο) και, αντίστοιχα, καλός εκδότης βιβλίων ως προς τον σχεδιασμό. Η αισθητική στα πλείστα βιβλία των εκδόσεών του προσέγγιζαν μία μινιμαλιστική και άρτια αισθητική, σε αντίθεση με το χυδαίο (συχνά σεξιστικό, ομοφοβικό και ρατσιστικό) κιτς που διείπε την εφημερίδα Ένωσις και το οποίο βάφτιζε ο ίδιος αλλά και οι υποστηρικτές του ως σάτιρα. Τολμώ να πω πως επειδή αρκετοί φίλοι και υποστηρικτές του ενίστανται για τις (μεταθανάτιες) κριτικές που δέχτηκε να πω εδώ πως άδικες ή όχι ήταν σε πολύ πιο ήπιο στυλ και χωρίς υβριστικούς χαρακτηρισμούς, σε αντίθεση με τις κριτικές που εξαπέλυε ο μακαρίτης. Είχε μάλιστα αρκετούς συμπαθητικούς τίτλους στο πολιτισμικό πεδίο (όπως τα κείμενα για τον Αναγνωστάκη ή τον Λεοντάρη), ορισμένους μάλιστα που δεν θα περίμενε κανείς να βρει σε κυπριακές εκδόσεις. Ταυτόχρονα είχε μια πολύ έξυπνη εκδοτική πολιτική τυπώνοντας μικρά βιβλιαράκια που περνούσαν τα πολιτικά μηνύματα που ο ίδιος ήθελε και τα οποία διανέμονταν δωρεάν. Πριν περάσω στην ιδιότητα του συγγραφέα, μια σημείωση για τα περί περιθωρίου. Η κοινωνική, πολιτική, ταξική ή άλλη θέση κάποιου δεν είναι στατική. Κάποιος μπορεί να ξεκινήσει δημιουργώντας χώρους φιλικούς σε άτομα διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού και να καταλήξει ομοφοβικός, μπορεί να ξεκινήσει από το περιθώριο και να καταλήξει mainstream. Η Ένωσις είτε το θέλουν κάποιοι είτε όχι είχε καταλήξει mainstreamδεξιά, εβδομαδιαία εφημερίδα που διαφημιζόταν σε μεγάλα ΜΜΕ και διαφήμιζε μεγάλες επιχειρήσεις για να ξανακαταλήξει στο περιθώριο. Η εφημερίδα δεν παίρνει τυχαία τα πάνω της, το κιτς και το χυδαίο που προωθεί ο Φτωχόπουλλος ως φτηνή κριτική ταιριάζει στα χαρακτηριστικά της νεόπλουτης κυπριακής κοινωνίας των 1990-2000 ενώ οι υποτίθεται περιθωριακές πολιτικές του θέσεις αποτελούν την κυρίαρχη ιδεολογία κυρίως με την εκλογή Κληρίδη το 1993 και την ηγεμονία του ΔΗΣΥ, κόμματος που στέγασε πραξικοπηματίες και ΕΟΚΑ Β’ οι οποίοι είχαν αρκετές συγγένειες σε επίπεδο αιτημάτων όπως η «Ένωση» (όχι ως επίσημη θέση, φυσικά), λατρεία του Γρίβα και τουρκοφαγία. Ο Φτωχόπουλλος του περιθωρίου είχε στενές επαφές με το πολιτικό, πανεπιστημιακό, οικονομικό και πνευματικό κατεστημένο της Λευκωσίας, κάτι που υπογραμμίστηκε με τον θάνατό του, με το ποιοι και ποιες έγραψαν, μίλησαν, το πόσος χώρος αφιερώθηκε στα mainstream έντυπα και πόσος χρόνος στα mainstream ραδιοτηλεοπτικά μέσα. Αυτό δεν είναι μομφή, είναι μια πραγματολογική επισήμανση γιατί οι όροι περιθώριο, underground κ.λπ., έχουν κακοπάθει διεθνώς, αλλά στην Ελλάδα και την Κύπρο έχουν περάσει σε άλλο επίπεδο. Για να αντιληφθεί κανείς το πόσο μπορούν τα πράγματα να αλλάξουν: Ένας πρωτοποριακός καλλιτέχνης και γκαλερίστας από την Ελλάδα, που αυτοσαρκαζόταν ως «η Αλίκη Βουγιουκλάκη του περιθωρίου», μεταστρέφεται και συνειδητά περνά στο περιθώριο. Εκδίδει μια μπροσούρα που λεγόταν Οδηγίες προς Κυπρίους, που δεν ήταν παρά οδηγός κατασκευής μολότοφ, και πάει φυλακή γι’ αυτό ως υποτιθέμενος αρχηγός τρομοκρατικής οργάνωσης. Μερικά χρόνια μετά μια μικρή ομάδα στην Κύπρο την αναπαράγει και χρόνια μετά ένα μέλος της ως Υπουργός νουθετεί διαδηλωτές ακόμη και για την ορθογραφία του Λόγου τους και η κυβέρνησή του περνάει σκληρά μέτρα κατά των διαδηλώσεων. Είδατε πόσο εύκολο είναι το πέρασμα από το περιθώριο στο κέντρο (και το αντίθετο); Πόσο μάλλον όταν this is Cyprus! Η ίδια η παλιά Λευκωσία άλλωστε έπαψε να είναι στο περιθώριο και για το gendrification, άθελά τους βέβαια, ευθύνονται και οι του περιθωρίου που άνοιξαν τον δρόμο κάποτε. Πάντα έτσι γίνεται άλλωστε, εκεί που ξεκινάει να χτίζει το περιθώριο, οι μποέμ και οι καλλιτέχνες, ολοκληρώνουν το έργο οι developers και οι μεγάλες αλυσίδες. Ας περάσω στον Φτωχόπουλλο ως συγγραφέα. Η τριλογία του Φτωχόπουλλου νομίζω πως αποτελεί την πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση Λόγου του. Σε αυτήν ο Φτωχόπουλλος απελευθερώνεται και η ψευδής συνείδηση είναι μεν αισθητή και διαρκώς παρούσα αλλά την διαπερνά το προσωπικό, που μας βοηθάει να ερμηνεύσουμε το ιδεολογικό! Ένα φτωχόπαιδο από τη Γιαλούσα ξεριζώνεται από τον τόπο του για λόγους βιοπορισμού και υποχρεώνεται να ξενιτευτεί στην Αγγλία, την πάλαι ποτέ αποικιοκρατική μητρόπολη, οικογενειακώς. Δεν επιστρέφει ποτέ ξανά στον τόπο του, που έχει εξιδανικεύσει όπως όλοι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες, γιατί μεσολαβεί η εισβολή του 1974. Τα χρόνια που πέρασε στο χωριό του κι από τα οποία έχει μνήμες ταυτίζονται κατά βάση με τα χρόνια της ΕΟΚΑ άρα ταυτίζει την ευτυχία του με την ΕΟΚΑ. Δεν ζει την Κυπριακή Δημοκρατία, θα έλεγε κανείς πως ίσως και να την

Για τον Βάσο Φτωχόπουλλο: Όταν το προσωπικό γίνεται πολιτικό Read More »