afoa.cy

27 October 2023

Από τα θρανία της Αγγλικής Σχολής στις μάχες των Κοκκίνων – Η ιστορία του Erol Yücesoy

Του Αντώνη Αντωνίου* Ο Erol Yücesoy γεννήθηκε το 1941 στη Νήσου, όπου υπηρετούσε εκείνη την εποχή ο κτηνίατρος/χειρουργός πατέρας του.  Το 1953 πήγε για ένα χρόνο σε τουρκικό σχολείο, όμως τον έπεισε ο αδελφός του να πάει στην Αγγλική Σχολή (ΑΣ), αφού την θεωρούσε το καλύτερο σχολείο. Ήταν επίσης το πιο φθηνό σχολείο Μέσης Εκπαίδευσης με δίδακτρα μόνο £9 τον χρόνο.  Πράγματι ο Erol βρήκε στην ΑΣ ένα πολύ καλό περιβάλλον. Εξαιρετικοί καθηγητές που είχαν στενές σχέσεις με τους μαθητές και πολύ καλό ακαδημαϊκό επίπεδο. Ο Erol ενθουσιαζόταν και με τις εξωσχολικές δραστηριότητες, στις οποίες ήταν πολύ δραστήριος: Έπαιζε καλαθόσφαιρα και πετόσφαιρα, ήταν αθλητής στίβου και, πάνω απ’ όλα, ήταν αρχηγός της ομάδας ποδοσφαίρου. Με ενθάρρυνση από τους καθηγητές του έγραφε στο περιοδικό της Σχολής, τόσο στα Αγγλικά όσο και στα Τουρκικά.  Στην ΑΣ ο Erol βρήκε μια καλά δεμένη κοινότητα και ένα ασφαλές περιβάλλον, παρόλο που το 1954-60, όταν ήταν μαθητής, ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος. Η καταπληκτική πλειοψηφία των Ε/κ μαθητών ήταν φιλικοί: «Μόνο ένα 10% δεν ήταν τόσο φιλικοί – απλά μας απέφευγαν».  Τα ταραγμένα χρόνια Εκείνη την εποχή η ΑΣ βρισκόταν κάτω από τον αυστηρό έλεγχο του Διευθυντή Griffin, για τον οποίο ο Erol λέει: «Ήταν αυταρχικός και αδίστακτος. Όταν ήρθε στη Σχολή είχε ήδη αρχίσει τη δράση της η ΕΟΚΑ. Οι απόψεις του ήταν ταυτόσημες με του κυβερνήτη Harding».  Όμως οι μαθητές, όπως και ο Erol, ένιωθαν ότι στη Σχολή υπήρχε εμπιστοσύνη. Έτσι, όταν διαπίστωσε τη Δευτέρα 5 Μαρτίου 1956 ότι την προηγούμενη Παρασκευή τοποθετήθηκε βόμβα στην τάξη του ένιωσε βαθιά απογοήτευση – ούτε θυμό ούτε μίσος. «Είναι μετά από χρόνια που συνειδητοποίησα πόσο αδίστακτη πράξη ήταν», λέει ο Erol. Τότε ένιωσε απογοήτευση, διότι για το υπόλοιπο της χρονιάς υποχρεώθηκαν να κάνουν μάθημα στην κρύα Αίθουσα Εκδηλώσεων. Ίδια ήταν τα συναισθήματά του όταν η ΕΟΚΑ προσπάθησε να κάψει την Αίθουσα Εκδηλώσεων, όταν κυκλοφορούσαν φυλλάδια ή όταν αναγράφονταν συνθήματα στους πίνακες των τάξεων.  Δηλώνει ότι ως Τουρκοκύπριος είχε επίγνωση του Τουρκισμού του, όπως τον αποκαλεί. Οι συνθήκες όμως που επικρατούσαν στη Σχολή δεν ενθάρρυναν την ανάπτυξη του εθνικισμού. Έτσι, δεν ήταν ο Τουρκισμός το κυρίαρχο στοιχείο της ταυτότητας του Erol αλλά η ιδιότητά του ως μαθητής της ΑΣ: «Δεν είχαμε αναπτυγμένα εθνικιστικά αισθήματα. Ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό μας για αντίποινα. Εκτιμούσαμε πολύ τους Ε/κ συμμαθητές μας. Η φιλία μας ήταν πολύ δυνατή και δεν νιώθαμε τότε ότι κινδυνεύαμε». Δείχνει με μεγάλη χαρά φωτογραφίες με συμπαίκτες του στις ποδοσφαιρικές ομάδες (όπου ήταν αρχηγός). Ιδιαίτερα όμως στέκεται στην εκδρομή με ποδήλατα από τη Λευκωσία στην Κερύνεια με Ε/κ και Μαρωνίτες φίλους του, τον Πεππή, τον Πανίκκο και τον Αντρέα. Στα Κόκκινα Με την αποφοίτησή του το 1960, ο Erol βρήκε εύκολα δουλειά σε τράπεζα, την Türk Bankası, όμως το 1962 φεύγει για την Άγκυρα, όπου γράφεται στο Πανεπιστήμιο. Τα γεγονότα του 1963-64 τον βρίσκουν δευτεροετή φοιτητή. Οι δολοφονίες, οι θάνατοι και η βία της περιόδου εκείνης επηρεάζουν τον τρόπο σκέψης του. Ο ίδιος πιστεύει ότι «όταν είσαι μειοψηφία, βλέπεις την πλειοψηφία οπλισμένη, πολύ πιο δυνατή, νιώθεις φόβο. Υπάρχει αβεβαιότητα και βρίσκεσαι σ’ ένα αδιέξοδο. Αυτές οι συνθήκες μου ξύπνησαν εθνικιστικά αισθήματα και ένιωθα την ανάγκη να αντιδράσω». Είναι τούτη την εποχή που αρχίζουν να αναπτύσσονται τα εθνικιστικά αισθήματα στον Erol. Αυτά τα αισθήματα εθνικισμού και πίκρας δυνάμωσαν όταν βρέθηκε στα Κόκκινα. Από την άλλη, υπάρχουν Τ/κ που διατυπώνουν την άποψη ότι η εμπειρία των Κοκκίνων έσπρωξε αρκετούς από τους Τ/κ εθελοντές προς τα αριστερά, καθώς εκτίμησαν πως τα γεγονότα του 1964 υποδαυλίστηκαν από τον ιμπεριαλισμό, ο οποίος επηρέασε τις κυρίαρχες ομάδες και στις δύο κοινότητες. Είναι ενδιαφέρουσες οι τοποθετήσεις ανθρώπων όπως ο Hüseyin Angolemli, Özker Özgür, Naci Talat και Alpay Durduran. Την άνοιξη του 1964, ο Erol κατατάσσεται εθελοντικά μαζί με πεντακόσιους άλλους φοιτητές σε σώμα για να έρθει στα Κόκκινα. Περνά από εντατική εκπαίδευση για ενάμιση μήνα σ’ ένα χωριό 50 χιλιόμετρα έξω από την Άγκυρα: «Ήμασταν όλοι εθελοντές», λέει. «Κανένας δεν μας υποχρέωσε. Κάποιοι Τ/κ φοιτητές αρνήθηκαν να καταταχθούν. Πιθανόν να φοβήθηκαν. Φύγαμε από τη Μερσίνα και δεν μας συνόδεψαν Τούρκοι αξιωματικοί. Όλοι μεταφέραμε οπλισμό». Ο Erol αναφέρει: «Χρησιμοποιήσαμε διαφόρων ειδών βάρκες. Κάποιες ήταν παλιές και έμπαζαν νερά. Εγώ μαζί με είκοσι άλλους ήμασταν πάνω σε πολεμικό πλοίο. Ήμασταν χωρισμένοι σε πέντε ομάδες mücahit, κάθε ομάδα με τον υπεύθυνό της. Μας σκόρπισαν κατά μήκος της πρώτης γραμμής αντιπαράθεσης. Εγώ τοποθετήθηκα στα δυτικά, προς τη μεριά του Παχύαμμου». Ψάχνοντας στα αρχεία των ε/κ εφημερίδων δεν φαίνεται να καταγράφεται αυτή η είσοδος Τ/κ φοιτητών την άνοιξη του 1964. Υπάρχουν μόνο αναφορές το καλοκαίρι του 1964 για ύπαρξη Τούρκων στα Κόκκινα, τους οποίους αποκαλούν «γιουρούκηδες». Όταν έφτασαν στα Κόκκινα η πλειοψηφία των κατοίκων δεν μιλούσε Τουρκικά και, κατά την παραμονή τους εκεί, άρχισαν να διδάσκουν τους κατοίκους την τουρκική γλώσσα.  Ο Erol παρέμεινε στα Κόκκινα σχεδόν δύο χρόνια. Αυτό που ξεχώρισε σ’ αυτή την εμπειρία του ήταν η έλλειψη φαγητού. Έτρωγαν φασόλια, λουβιά, πατάτες και λίγο ψωμί, και συχνά παραπονιούνταν στον Διοικητή.  Λέει χαρακτηριστικά: «Συχνά, όταν μαγείρευαν οι Ε/κ από την άλλη πλευρά και οι μυρωδιές έρχονταν προς το μέρος μας, αυτό ήταν μαρτύριο. Η απόστασή μας ήταν μικρή, γύρω στα 150 μέτρα. Γνώριζαν οι Ε/κ για την έλλειψη φαγητού. Μια φορά κάποιος Ε/κ στρατιώτης στάθηκε απέναντί μας και κρατούσε επιδεικτικά ένα ολόκληρο κοτόπουλο και μας φώναζε: ‘‘Ρε, θέλεις πουλί να φάεις;’’. Νερό είχαμε, αλλά όχι ζεστό νερό για μπάνιο. Μόνο το καλοκαίρι κάναμε μπάνιο, στη θάλασσα».  Στα Κόκκινα ο Erol έκανε και τον μεταφραστή στον Διοικητή και ήταν ο σύνδεσμος με τους στρατιώτες του ΟΗΕ. Μετά από παραμονή 15 περίπου μηνών, μια μέρα τον φώναξε ο Διοικητής του και του είπε να φύγει από τη δυτική πλευρά και να πάει στην ανατολική, διότι θα έρχονταν Φινλανδοί ειρηνευτές με πέντε φορτηγά με τρόφιμα που τα έστελνε ο Μακάριος. Έπρεπε να τους δώσει οδηγίες να τα αφήσουν κοντά στη γραμμή αντιπαράθεσης.  Όμως οι υπεύθυνοι των ομάδων διαφωνούσαν και ήθελαν να απορρίψουν την προσφορά του Μακαρίου. Αμέσως ο στρατιώτης του ΟΗΕ τούς ξεκαθάρισε ότι δεν τον ενδιαφέρει, ούτε τι είπαν οι υπεύθυνοι των ομάδων, ούτε τι σκέφτονταν. Αυτός,

Από τα θρανία της Αγγλικής Σχολής στις μάχες των Κοκκίνων – Η ιστορία του Erol Yücesoy Read More »

Η τρομοκρατική βία δεν είναι μονόδρομος: για τη στάση της Αριστεράς μπροστά στην επιχείρηση Πλημμύρα Αλ-Άκσα

Από 1917 του Φειδία Χριστοδουλίδη Την εβδομάδα που μας πέρασε, παρακολουθήσαμε τη μεγάλη πλειοψηφία της εγχώριας και διεθνούς Αριστεράς να δικαιολογεί την επίθεση της ακροδεξιάς Ισλαμικής οργάνωσης Χαμάς σε άμαχους Ισραηλινούς. Η Αριστερά στην πλειοψηφία της θεωρεί πως οι δολοφονίες, οι απαγωγές και οι βιασμοί εκατοντάδων αμάχων Ισραηλινών και άλλων από τη Χαμάς είναι δικαιολογημένες ως απελπισμένη αντίδραση στην απάνθρωπη καταπίεση που βιώνουν οι Παλαιστίνιοι στη Γάζα. Όπως πολύ χαρακτηριστικά μας είπε το παράρτημα της οργάνωσης Black Lives Matter του Σικάγο: «Όταν ένας λαός έχει υποστεί απαρτχάιντ και ασύλληπτη βία για δεκαετίες, η αντίστασή του δεν πρέπει να καταδικάζεται, αλλά να νοείται ως μια απελπισμένη πράξη αυτοάμυνας». [1] Επικρατεί η λογική του schadenfreude, δηλαδή, η λογική του «καλά να πάθει το Ισραήλ». Σε αυτό το κείμενο αναλύω και επικρίνω αυτή τη στάση ως έκφραση της πρωτοφανούς αδυναμίας της σύγχρονης αριστεράς. Το κεντρικό επιχείρημα του κειμένου είναι παρμένο από το οξυδερκές δοκίμιο «Ιστορία και Ανημποριά: Μαζική Κινητοποίηση και Σύγχρονες Μορφές Αντικαπιταλισμού» του μελετητή του Μαρξ Moishe Postone[2].  Το πρόβλημα με το επιχείρημα των αριστερών ότι η ενέργεια της Χαμάς είναι δικαιολογημένη αντίδραση στην καθημερινή Ισραηλινή βία προς τη Γάζα έγκειται ακριβώς στην έννοια της αντίδρασης. Η βίαιη ενέργεια της Χαμάς δεν αντιμετωπίζεται ως τέτοια, δηλαδή ως ενέργεια υποκειμένων που είναι υπόλογοι των πράξεών τους, αλλά ως τυφλή και απελπισμένη αντίδραση των βασανισμένων, καταπιεσμένων Παλαιστινίων. Οι Παλαιστίνιοι δεν αντιμετωπίζονται ως υποκείμενα που έχουν ευθύνη των πράξεών τους, όπως όλος ο κόσμος, αλλά ως άτομα που δεν μπορούν παρά να αντιδράσουν τυφλά με βάση το συναίσθημα. Αυτή η αντίληψη είναι προβληματική, τόσο διότι είναι υποτιμητική προς τους Παλαιστινίους, όσο και επειδή αναγνωρίζει μόνο το κράτος του Ισραήλ και τους συμμάχους του ως υποκείμενα στην περιοχή, κάτι που δεν ισχύει. H αντίληψη αυτή συνεπάγεται επίσης ότι η μόνη δυνατή πολιτική δράση των Παλαιστινίων στο σήμερα είναι ξεσπάσματα τρομοκρατικής βίας. Η αριστερά δεν δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για κριτική ανάλυση Παλαιστινιακών παρατάξεων, καθεστώτων και κινημάτων όπως η Χαμάς, αντιμετωπίζοντας αντ’αυτού τους Παλαιστίνιους ως μια ενιαία μάζα, ένα καταπιεσμένο λαό που αντιστέκεται συλλογικά στην κατοχή. Ενδεικτική η συλλογική ανακοίνωση πολλών ομάδων της Ελληνικής αριστεράς που δεν έχει ουδεμία αναφορά στη Χαμάς, και που χαρακτηρίζει την επιχείρηση της δεύτερης ως αναπόφευκτη «αντίδραση της Παλαιστινιακής Αντίστασης απέναντι στην εντατικοποίηση της επιθετικότητας και των εποικισμών της ακροδεξιάς κυβέρνησης Νετανιάχου».[3] Τα βάσανα και η δυστυχία των Παλαιστινίων λαμβάνονται σοβαρά υπόψη, αλλά η πολιτική, οι ιδεολογίες και οι ταξικές τους διαφορές όχι. Για την Αριστερά, οι διάφορες παλαιστινιακές παρατάξεις δεν έχουν ούτε πολιτική στρατηγική ούτε πολιτική ιδεολογία με συγκεκριμένο ταξικό πρόσημο, πέρα από οργή για την τεράστια καταπίεσή που όντως δέχονται.   Στην πραγματικότητα όμως, παρά τη διαρκή καταπίεση που δέχονταν, οι διάφοροι Παλαιστίνιοι ηγέτες και παρατάξεις ακολούθησαν κατά καιρούς διαφορετικές μορφές δράσης και πολιτικής, με διαφορετικό ιδεολογικό και ταξικό πρόσημο. Η εκδικητική βία δεν ήταν πάντα η μόνη και κύρια επιλογή. Η σκόπιμη άσκηση βίας προς αμάχους που ακολουθεί η Χαμάς δεν είναι μονόδρομος, αλλά εκφράζει συγκεκριμένη κοσμοθεωρία και πολιτική. Μια κοσμοθεωρία και πολιτική που ουδεμία σχέση έχει με τα ιδεώδη και τους στόχους της Αριστεράς. Δυστυχώς, η γενική έννοια της αντίστασης κάτω από την οποία η Αριστερά κατατάσσει τον Παλαιστινιακό αγώνα δεν λέει τίποτα για τον πολιτικό χαρακτήρα αυτής της αντίστασης. Το αποτέλεσμα αυτής της στάσης της Αριστεράς είναι η Αριστερά να σιγοντάρει οποιαδήποτε Παλαιστινιακή πολιτική και δράση σε σχέση με το Ισραήλ, αδιαφορώντας για τον πολιτικό και ιδεολογικό χαρακτήρα αυτής της δράσης. Ενώ αρχικά η Αριστερά υποστήριζε αντι-αποικιακούς και εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες στο βαθμό που αυτοί είχαν προοδευτικό πρόσημο, σήμερα υποστηρίζει οποιαδήποτε μορφή τέτοιων αγώνων, φτάνοντας μέχρι το σημείο να κλείνει τα μάτια στον αντιδραστικό χαρακτήρα της Χαμάς. Έτσι όμως, ελλείψει κριτικής ανάλυσης αντιδραστικών μορφών αντίστασης όπως της Χαμάς, δεν αναδεικνύονται και δεν προωθούνται πιο προοδευτικές μορφές αντίστασης και πολιτικής που μπορούν να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσης των Παλαιστινίων και να τερματίσουν την καταπίεσή τους.    Η άκριτη υποστήριξη οποιασδήποτε μορφής δράσης από καταπιεσμένους είναι ενδεικτική της πολιτικής αδυναμίας και ανημποριάς της Αριστεράς στο σήμερα. Η Αριστερά δεν μπαίνει στον κόπο να αναλύσει και να προσπαθήσει να επηρεάσει σύγχρονα κινήματα αντίστασης επειδή έχει πάψει να πιστεύει στη δυνατότητα αριστερής, επαναστατικής δράσης και ηγεσίας στον σύγχρονο κόσμο. Έχοντας φυσικοποιήσει την αδυναμία της να επηρεάσει καταστάσεις στο σήμερα, πιάνεται από και γίνεται ουρά οποιασδήποτε δύναμης εναντιώνεται στην και διαταράσσει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, χωρίς να αναζητά υποκείμενα και μορφές αγώνα που να φέρνουν πιο κοντά τη σοσιαλιστική υπέρβαση του καπιταλισμού. Η υπόθεση του ριζικού μετασχηματισμού της κοινωνίας αντικαταστάθηκε έτσι από την αόριστη έννοια της αντίστασης. Βρισκόμενη σε μια ιστορική κατάσταση πρωτοφανούς αδυναμίας, η Αριστερά έλκειται στη βία επειδή η βία και εκφράζει την οργή που γεννάει η ανημποριά της και κρύβει αυτή την ανημποριά πίσω από μια έκρηξη δράσης. Εξ’ού και η αποδοχή της βίας των καταπιεσμένων ως μιας καθαρτικής δύναμης που έρχεται να σπάσει την καταπιεστική και αποξενωτική αστική νομιμότητα από τα έξω, μιας και η Αριστερά δεν μπορεί να την υπερβεί από τα μέσα. Επιβάλλεται η επαναθεμελίωση μιας αντικαπιταλιστικής αριστεράς και ενός αντικαπιταλιστικού εργατικού κινήματος που θα φιλοδοξεί να ενώσει όλους τους επιμέρους αγώνες των καταπιεσμένων σε ένα κοινό αγώνα για την υπέρβαση του καπιταλισμού, του αστικού κράτους και όλων των μορφών ανελευθερίας και καταπίεσης που αυτά συνεπάγονται. Μιας αριστεράς που θα εναντιώνεται τόσο στο κράτος του Ισραήλ και των δολοφονικών πολιτικών του, όσο και σε αντιδραστικές μορφές δράσης εναντίον του. Η πραγματική ειρήνη μπορεί μόνο να επιτευχθεί μέσα από ταξικό πόλεμο των εργαζομένων όλων των λαών, συμπεριλαμβανομένων και των Παλαιστινίων και των Ισραηλινών. [1] https://www.newsweek.com/black-lives-matter-praises-hamas-sparks-backlash-1833630 [2] https://platypus1917.org/wp-content/uploads/readings/postonemoishe_historyhelplessness.pdf [3] https://xekinima.org/koini-dilosi-organoseon-den-yparchei-eirini-choris-dikaiosyni-allileggyi-stin-palaistini/?fbclid=IwAR1V6693Kabp1kNCggLbKkhTT9V3Ow2mjnwpzIhpI_N7jaOaoF0_lsyQaO0

Η τρομοκρατική βία δεν είναι μονόδρομος: για τη στάση της Αριστεράς μπροστά στην επιχείρηση Πλημμύρα Αλ-Άκσα Read More »

EN