
Δύο περιστατικά, φαινομενικά πολύ μακρινά μεταξύ τους που ωστόσο συνδέονται από ένα κοινό μοτίβο συστηματικής έμφυλης βίας και καταπίεσης στον εργασιακό χώρο, έγιναν γνωστά τις προηγούμενες μέρες.
Στις 13 του Μάρτη, μια υπάλληλος πρεσβείας της Κύπρου σε ευρωπαϊκή χώρα καταθέτει την παραίτησή της στον μη επονομαζόμενο εργοδότη της και πρέσβη. Ο λόγος, το «τοξικό κλίμα» με «συνεχή και επαναλαμβανόμενα σεξιστικά, ομοφοβικά σχόλια και ένταση» από μέρους του πρέσβη.
Την 1ην Αυγούστου του 2023, καταγράφηκε από βιντεοκάμερα στην Μονή του Οσίου Αββακούμ στο Φτερικούδι και δημοσιεύτηκε, μαζί με πολλές άλλες βιντεοσκοπήσεις τις τελευταίες ημέρες με αφορμή τα «σκάνδαλα» των μοναχών, ένα περιστατικό βίας σε χώρο έξω από την εκκλησία. Ένας από τους μοναχούς, στην παρουσία άλλων ατόμων, φαίνεται να λογομαχεί με μια γυναίκα που όπως προκύπτει εργάζεται ως εθελόντρια καθαρίστρια της Μονής. Ο μοναχός φαίνεται να διώχνει οργισμένα, να σπρώχνει και να χτυπά βίαια τη γυναίκα με την ζώνη του. Κανένας δεν επενέβη επαρκώς για να τον σταματήσει.
Κοινό στοιχείο και στις δύο περιπτώσεις αποτελεί η θέση του θύματος. Πρόκειται για εργαζόμενες, οι οποίες ιεραρχούνται κάτω από κάποιον άλλον, βρίσκονται στην υπηρεσία του, ακολουθούν τις εντολές του, χάνοντας έναν μέρος της αυτοκυριαρχίας τους και της δύναμης πάνω στη ζωή και τη θέση τους. Με άλλα λόγια, για να επιβιώσουν είναι υποχρεωμένες, όπως κάθε εργαζόμενο άτομο (είτε το συνειδητοποιεί είτε όχι), να συμμετέχουν στην «αγορά εργασίας» με κάθε κόστος.
Πέραν τούτου είναι γυναίκες. Δηλαδή στην πατριαρχική ιεραρχία τοποθετούνται συστηματικά κάτω από τον άντρα εργοδότη, ο οποίος έχει επιρροή, εξουσία και κυριαρχία πάνω στο σώμα τους, στη ψυχική τους υγεία, στις συνθήκες εργασίας και στα όσα μπορεί μια γυναίκα εργαζόμενη να υποβάλλεται καθημερινά στον εργασιακό της χώρο. Η έμφυλη βία σε όλες τις μορφές της είναι τόσο κανονικοποιημένη και στον εργασιακό χώρο που πολύ συχνά οι γυναίκες, κυρίως, καλούνται να αγνοήσουν, να σιωπήσουν, να υπομείνουν, ακόμα και να δικαιολογήσουν τέτοιες συμπεριφορές ή περιστατικά βίας.
Σίγουρα σαν περιστατικά αυτά καθ’ εαυτά είναι δύσκολο φαινομενικά να τα κρίνουμε με τον ίδιο τρόπο. Το πρώτο φαίνεται -τουλάχιστον μέσα από συνηθισμένη κοινωνική οπτική- πιο εύκολα δικαιολογήσιμο. «Ο πρέσβης εν παλιάς κοπής», «καμιάν φοράν φεύκουν του», «ίσως και η κοπέλλα να’ ν΄ευαίσθητη». Το δεύτερον σοκάρει: οι περισσότεροι «εν θα σηκώνναν σιέριν πά’ σσε γεναίκαν».
Δεν μας προβληματίζουν η θέση, η πρόθεση, το υπόβαθρο και η αντίληψη του θύτη. Για μας, η μόνη διαφορά τους έγκειται στον τύπο της βίας που βιώνει το θύμα. Η πρώτη υπόκειται σε λεκτική έμφυλη και σεξουαλική βία, η δεύτερη υπόκειται επιπρόσθετα και σε σωματική βία. Κατά τ΄ άλλα, και τα δύο περιστατικά αποτελούν παραδείγματα έμφυλης βίας. Μιας βίας δηλαδή που βιώνεται από μια γυναίκα ακριβώς επειδή είναι γυναίκα.
Αξίζει όμως να αναφέρουμε κάτι ακόμα. Το πρώτο περιστατικό συνέβει πριν 7 μήνες και μαθεύτηκε τυχαία. Η γυναίκα εκείνη, σε αποτέλεσμα της βίας που έζησε, σιώπησε και έφυγε κουτσαίνοντας, όπως φαίνεται στο βίντεο. Δεν ξέρουμε ούτε πόσο πόνεσε, ούτε πώς ένιωσε, ούτε καν ποια είναι. Είναι ακόμα μία άγνωστη γυναίκα ανάμεσα σε τόσες άλλες που τις χτύπησαν ώσπου να σιωπήσουν. Η δεύτερη μίλησε, έστω ανώνυμα, αφού πρώτα υπέμεινε δεν ξέρει κανένας τι και για πόσο καιρό. Η σύγκριση της αντίδρασης τους είναι παράλογη. Δεν υπάρχει σωστός και λάθος τρόπος αντίδρασης και η δύναμη του κάθε ατόμου δεν μετράται από τα έξω. Κανένα θύμα δεν οφείλει να αποδείξει τίποτε σε κανέναν, ούτε να σηκώσει ολόκληρο το βάρος ενός κινήματος μόνο του.
Σημασία έχει κάθε γυναίκα και κάθε θηλυκότητα να ξέρει ότι δεν είναι ούτε το μόνο θύμα, ούτε η μόνη επιζήσασα, ούτε η μόνη που αντιδρά, ούτε η μόνη που δικαιώνεται. Οφείλουμε να το αποδεικνύουμε το ένα στο άλλο καθημερινά, ώστε να έχουμε λιγότερες καταλήξεις όπως την πρώτη και περισσότερες όπως τη δεύτερη. Μέχρι που καμιά γυναίκα δεν θα φοβάται να μιλήσει, να αντιδράσει από την πρώτη στιγμή, με την πρώτη ευκαιρία, διότι θα είναι βέβαιη για άμεση κοινωνική αλληλεγγύη και η νομική δικαίωση.