Από το Far Right Watch Cy – Παρατηρητήριο Aκροδεξιάς Κύπρου*
Ακολουθεί επιστολή που στάλθηκε σε όλα τα συμβατικά και μη, ΜΜΕ:
Λίγες μέρες μετά τα πογκρόμ πρωτοσέλιδο στο Φιλελεύθερο της Κυριακής 24-9-23 με τίτλο «Αποκαλυπτικό: Η απόρρητη λίστα των ύποπτων αλλοδαπών για τρομοκρατία» διατείνεται ότι παρουσιάζει μια απόρρητη λίστα «υπόπτων αλλοδαπών» που σχετίζονται με την τρομοκρατία ο οποίος βρίσκεται, σύμφωνα με το άρθρο, στην ΚΥΠ, στην Υπηρεσία Ασύλου και σε διάφορα τμήματα της αστυνομίας.
Αναφέρει μάλιστα ως «χαρακτηριστικές περιπτώσεις» μια σειρά από περιστατικά που ελλείπονται σοβαρότητας: Σαραντάχρονος αραβικής καταγωγής γράφει στα ΜΚΔ υπέρ του Τσετσένου που αποκεφάλισε τον καθηγητή στη Γαλλία και καλεί τον ΠτΔ να μην προκαλεί τον Ερντογάν γιατί οι Τούρκοι μπορούν να καταλάβουν το νησί σε 24 ώρες. Άλλος μετέφερε αυτοκίνητα από τη Συρία στη Κύπρο ενώ συγγενής του βρισκόταν στη Μενόγεια κατηγορούμενος για συμμετοχή στον ISIS.
Άλλος πήγε στην τράπεζα και κατάθεσε 50,000 ζητώντας να μετατραπούν σε χαρτονομίσματα άλλης αξίας. Άλλος είχε βίντεο αποκεφαλισμού στο κινητό του, αλλά ελέγχθηκε από τις αρχές και δεν τεκμηριώθηκε ο ισχυρισμός ότι πρόκειται για φανατικό ισλαμιστή. Για άλλους «υπάρχει η πληροφορία ότι…» εμπλέκονται σε τρομοκρατικές οργανώσεις. Η δημοσίευση αυτή, η οποία αναπαράχθηκε σε πολλά ΜΜΕ και ΜΚΔ, εγείρει τα εξής ερωτηματικά:
1. Γιατί ο Φιλελεύθερος διαρρέει απόρρητη έκθεση για θέματα ύψιστης ασφάλειας χωρίς να έχει συνέπειες από την αστυνομία; Αν υπάρχουν σοβαρά στοιχεία που ενέχουν πραγματικούς κινδύνους (διότι αυτά που δημοσιεύονται δεν φαίνονται να είναι σοβαρά), η δημοσίευση τους δεν υπονομεύει τη διερεύνηση και την αντιμετώπιση του κινδύνου;
2. Αν δεν πρόκειται για διαρροή διαβαθμισμένων πληροφοριών αλλά για στοιχεία τα οποία η αστυνομία ή η ΚΥΠ θέλησε έντεχνα να διοχετεύσει διαμέσου του Φιλελεύθερου στη δημόσια σφαίρα, ποιος ο στόχος τους σε μια περίοδο ρατσιστικών πογκρόμ και γενικής ανόδου του ρατσισμού;
Αν ίσχυε το (1), τότε η αστυνομία θα είχε λογικά αποταθεί στο Γενικό Εισαγγελέα για να εφαρμόσει τη νομοθεσία για τις διαρροές διαβαθμισμένων πληροφοριών. Αντ’ αυτού, βλέπουμε ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ να συνεχίζει την επόμενη μέρα και με δεύτερο άρθρο υπό τη μορφή συνέχειας των «αποκαλύψεων», εμπλέκοντας αυτή τη φορά και τις Τουρκικές μυστικές υπηρεσίες. Η δήλωση του εκπροσώπου τύπου της αστυνομίας σε σχέση με το δημοσίευμα δεν έκαμε καμία νύξη ούτε για το πώς κατέληξαν οι διαβαθμισμένες πληροφορίες στα χέρια δημοσιογράφου ούτε για το αν προτίθενται να λάβουν μέτρα για τη διαρροή. Η κοινή λογική οδηγεί στο συμπέρασμα πως δεν ισχύει το (1), αλλά το (2).
Τα δημοσιεύματα εγείρουν, εκτός από σοβαρότατα θέματα δημοσιογραφικής δεοντολογίας, ευθύνες για τη δημιουργία ηθικού πανικού και όξυνση του ρατσιστικού κλίματος που ήδη επικράτησαν στην κοινωνία. Λειτουργούν ως απολογητικά για τις ρατσιστικές επιθέσεις και επιχειρούν να μειώσουν και να υποτιμήσουν το ρατσιστικό κίνητρο των επιθέσεων, ουσιαστικά ανοίγοντας το δρόμο σε νέες επιθέσεις κατά μουσουλμάνων που πλέον απεικονίζονται από επίσημα χείλη ως επικίνδυνοι τρομοκράτες και συνεργάτες των Τουρκικών μυστικών υπηρεσιών. Είναι ανήκουστο σε μια χώρα διαιρεμένη από μια γραμμή κατάπαυσης του πυρός οι υπηρεσίες ασφάλειας του κράτους σε συμπαιγνία με ΜΜΕ να συμπεριφέρονται με μέγιστη ανευθυνότητα στοχοποιώντας άτομα με μοναδικό στοιχείο τη θρησκεία τους ή την εθνοτική του καταγωγή.
Αν η αστυνομία διαθέτει στοιχεία για τρομοκράτες, αντί να τα διοχετεύει στο Φιλελεύθερο, ας ακολουθήσει το δρόμο που χάραξε ο νομοθέτης. Αν δεν διαθέτει στοιχεία, όπως φαίνεται από τα «παραδείγματα» που παραθέτει το άρθρο του Φιλελεύθερου (πχ. προσεύχονταν στο πίσω μέρος υποστατικού), ας μην δηλητηριάζει την κοινωνία και να θέτει την κοινωνική ειρήνη σε κίνδυνο. Θυμίζουμε τις δηλώσεις του πρώην αρχηγού της αστυνομίας το 2020: «Σχετικά με αυτά που ακούγονται για τους πρόσφυγες και την κατάσταση στη Χλώρακα, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι αν είχαμε συγκεκριμένες πληροφορίες, δεν θα χαριζόμασταν σε κανέναν. Εάν, επίσης, υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι συγκεκριμένα άτομα εμπλέκονται σε συγκεκριμένες υποθέσεις, σίγουρα αυτή τη στιγμή θα ήταν υπό σύλληψη.” [Διάλογος, (2020), Συνέντευξη Αρχηγού Αστυνομίας: «Εάν υπήρχαν στοιχεία για συμμετοχή προσφύγων σε τρομοκρατικές οργανώσεις, θα είχαν συλληφθεί», 8 Ιουνίου 2020]. Σε κάποιες περιπτώσεις που η αστυνομία προέβηκε σε συλλήψεις μουσουλμάνων για δήθεν συμμετοχή σε τρομοκρατικές οργανώσεις, μετά από πολύμηνη κράτηση δεν προέκυψαν στοιχεία εναντίον τους και το Ανώτατο ακύρωσε την κράτηση τους και διέταξε την απελευθέρωση τους (π.χ. Πολιτική Έφεση Αρ. 15/22, 22 Νοεμβρίου 2022).
Η ανευθυνότητα με την οποία οι αρχές επιχειρούν τη διασύνδεση του Ισλαμ με την τρομοκρατία, θα οξύνει το φαινόμενο του ρατσισμού με επικίνδυνες προεκτάσεις όχι μόνο στη μεταναστευτική κοινότητα αλλά και στην Τουρκοκυπριακή, με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για το μέλλον της χώρας μας και τις προοπτικές λύσης.